You must enable JavaScript to view this site.
This site uses cookies. By continuing to browse the site you are agreeing to our use of cookies. Review our legal notice and privacy policy for more details.
Close
Homepage > Regions / Countries > Europe and Central Asia > Turkey-Cyprus > Cyprus > Cyprus: Reversing the Drift to Partition

Κύπρος: Αναστροφή της διολίσθησης προς τη διχοτόμηση

Europe Report N°190 10 Jan 2008

ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Το 2008 πρέπει να καταβληθεί άλλη μία μείζων προσπάθεια, με την έντονη ενθάρρυνση των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), για να επιλυθεί η μακροχρόνια διένεξη μεταξύ των μελών των εθνοτήτων, ελληνικής και τουρκικής στην Κύπρο και να επιτευχθεί συνολική διευθέτηση για να ενοποιηθεί ξανά το νησί. Όλες οι πλευρές έχουν πολλά να κερδίσουν από μια τέτοια διευθέτηση. Για τους Ελληνοκυπρίους, θα έδινε τέλος στη χρονίζουσα ανασφάλεια, θα τους πρόσφερε πρόσβαση στην τουρκική οικονομία, τη δυναμικότερη της περιοχής, και θα αύξανε την αξία του κλάδου υπηρεσιών τους ως κόμβου για την ανατολική Μεσόγειο. Για τους Τουρκοκυπρίους, θα σημάνει ότι θα είναι σε θέση να απολαύσουν τα οφέλη της ιδιότητας του μέλους της ΕΕ, τα οποία σήμερα σε μεγάλο βαθμό στερούνται. Για την ΕΕ, το ανεπίλυτο πρόβλημα της Κύπρου παρεμποδίζει σήμερα τη λειτουργία της σε ζητήματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, όπως η συνεργασία με το ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν και οι εισαγωγές παπουτσιών από την Κίνα. Και για την Τουρκία, μια διευθέτηση θα υπερέβαινε ένα μείζον εμπόδιο για τη σύγκλισή της με την ΕΕ.

Αν αποτύχει μια τέτοια προσπάθεια, η εναλλακτική έκβαση πιθανότατα θα είναι η διχοτόμηση. Η κίνηση προς αυτήν την κατεύθυνση έχει επιταχυνθεί από το 2004 και μετά, όταν το Σχέδιο Ανάν του ΟΗΕ, σε μια ειρωνική αντιστροφή των μακρόχρονων θέσεων, έγινε αποδεκτό από τους Τουρκοκυπρίους αλλά κατέρρευσε λόγω της απόρριψης από τους Ελληνοκυπρίους, και η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση εισήλθε στην ΕΕ ως η μόνη εκπρόσωπος του διαιρεμένου νησιού. Αν και δεν έχει υπάρξει σχεδόν καθόλου αιματοχυσία μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και το ενδεχόμενο βίαιης σύγκρουσης παραμένει εξαιρετικά απίθανο, τα γεγονότα του 2004 κατέστησαν παρωχημένη τη βολική πεποίθηση ότι το σχετικά γαλήνιο στάτους κβο μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον.

Αν δεν εξευρεθεί διευθέτηση, η διεργασία που τοπικά αποκαλείται «ταϊβανοποίηση» αναπόφευκτα θα επιταχυνθεί, παγιώνοντας τη διχοτόμηση. Όλες οι πλευρές χρειάζεται να εστιάσουν εντονότερα απ’ ό,τι μέχρι σήμερα στα μειονεκτήματα αυτού του ενδεχομένου. Οι Ελληνοκύπριοι θα βιώσουν αυξανόμενη διεθνή ανοχή για την αυτοανακηρυχθείσα Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, απώλεια σημαντικών εδαφών που ο βορράς θα επέστρεφε στο πλαίσιο οποιασδήποτε διευθέτησης, μόνιμη παραμονή τουρκικών στρατευμάτων, επιτάχυνση της τουρκοκυπριακής οικοδομικής έκρηξης σε περιουσίες ελληνικής ιδιοκτησίας, και άφιξη περισσότερων Τούρκων εποίκων στο νησί. Οι Τουρκοκύπριοι θα βιώσουν βραδύτερη ανάπτυξη, δυσκολότερο αγώνα εναντίον των εγκληματικών στοιχείων που εκμεταλλεύονται την απομόνωσή τους, και επ’ αόριστον αναστολή πολλών από τα δικαιώματά τους ως πολιτών της ΕΕ. Η Τουρκία θα αντιμετωπίσει ταραγμένη ατμόσφαιρα σε μεγάλο φάσμα των συναλλαγών της με την ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, καθιστώντας για τους ηγέτες της πολύ δυσκολότερο να επιδιώξουν επιπρόσθετες οικονομικές, νομικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις.

Οποιαδήποτε συνολική διευθέτηση επανένωσης θα χρειαστεί να βασίζεται στις αρχές της διζωνικότητας και της  δικοινοτικότητας, τις οποίες από μακρού κατανοούν τα εμπλεκόμενα μέρη και οι οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο των προηγούμενων προσπαθειών διαμεσολάβησης του ΟΗΕ. Αμφότερες οι πλευρές μπορούν να αποδεχτούν τουλάχιστον τα δύο τρίτα τού, έκτασης 9.500 σελίδων, σχεδίου Ανάν του ΟΗΕ, και μπορούν εύκολα να διαβλεφθούν λύσεις για τα εκκρεμή διαφιλονικούμενα ζητήματα αρκεί, όπως πάντα, να μπορέσουν οι δύο πλευρές να συγκεντρώσουν την πολιτική βούληση ώστε να επιδοθούν σε σοβαρές διαπραγματεύσεις. Αυτό θα απαιτήσει μια νέα αρχή: από τον Μάρτιο του 2006, όταν το Crisis Group εξέδωσε την πρώτη του μελέτη για την Κύπρο, έχει καταστεί εμφανές ότι έχει περιέλθει πλήρως σε αδιέξοδο η, αρχικά πολλά υποσχόμενη, διεργασία, που βασίστηκε στη Συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων του νησιού.

Το διάστημα που θα ακολουθήσει τις ελληνοκυπριακές προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2008 μπορεί να προσφέρει σε αμφότερες τις κοινότητες μια ευκαιρία να εδραιώσουν εκ νέου τη βούλησή τους να προβούν σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Αν και υπάρχει σήμερα σε πολλές πλευρές ευνόητος σκεπτικισμός ως προς το κατά πόσον θα είναι ευνοϊκή για τέτοιες διαπραγματεύσεις οποιαδήποτε πιθανή έκβαση αυτής της εκλογής, είναι σημαντικό να μην προκαταληφθεί αυτό το ζήτημα. Στις ερχόμενες εβδομάδες πρέπει να καταβληθούν οι μέγιστες προσπάθειες, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, για επικέντρωση στα ουσιώδη ζητήματα που διακυβεύονται –τα μειονεκτήματα μιας επιταχυνόμενης κίνησης προς τη διχοτόμηση και τα πλεονεκτήματα μιας συνολικής διευθέτησης για επανένωση– και στη διεργασία με την οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να κινηθούν οι διαπραγματεύσεις. Η παρούσα μελέτη είναι γραμμένη με αυτό το πνεύμα.

Η ιδεώδης έκβαση θα ήταν οι ηγέτες των δύο πλευρών, το συντομότερο δυνατόν μετά τις εκλογές, να συναντηθούν και να δηλώσουν στον ΟΗΕ μια ουσιαστική δέσμευση για την επανέναρξη των συνομιλιών, υποστηρίζοντάς την με μονομερή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Ο ΟΗΕ πρέπει τότε να προχωρήσει στη δημιουργία  αποστολής για να εδραιώσει ένα πλαίσιο για μετέπειτα απ’ ευθείας συνομιλίες μεταξύ των ηγετών. Σε εκείνο το σημείο η Τουρκία πρέπει μονομερώς να ανοίξει τους λιμένες και τα αεροδρόμιά της στους Ελληνοκυπρίους, και γρήγορα να ακολουθήσουν ενέργειες από τους Ελληνοκυπρίους για να αφαιρέσουν τα εμπόδια που έχουν δημιουργήσει στο απ’ ευθείας εμπόριο της ΕΕ με τους Τουρκοκυπρίους. Τέτοια μέτρα, όσο κι αν αναμφίβολα θα είναι δύσκολο να επιτευχθούν, στο σύνολό τους θα δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα, στην οποία οι διαπραγματεύσεις θα είχαν ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας.

ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Να ξεκινήσουν εκ νέου διαπραγματεύσεις μετά τις ελληνοκυπριακές προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2008

1.  Οι ηγέτες των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων πρέπει να εκφράσουν από κοινού τη βούλησή τους να επιδοθούν εκ νέου σε συνομιλίες με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ για συνολική διευθέτηση. Ο ΟΗΕ πρέπει να ενισχύσει την ομάδα του στην Κύπρο και να στείλει προσωπικότητα κύρους για αποστολή αξιολόγησης.

Να εδραιωθεί περιβάλλον ευνοϊκό για επιτυχείς διαπραγματεύσεις

2.  Η ελληνοκυπριακή διοίκηση, ως μονομερές ΜΟΕ, πρέπει να συμφωνήσει στην εφαρμογή από την ΕΕ του Κανονισμού της για το Απ’ Ευθείας Εμπόριο έτσι ώστε να επιτραπεί στα τουρκοκυπριακά προϊόντα να πωλούνται κατ’ ευθείαν στην ΕΕ.

3.  Η τουρκοκυπριακή διοίκηση, ως μονομερές ΜΟΕ, πρέπει να παγώσει τις οικοδομικές δραστηριότητες σε περιουσίες ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας

4.  Η Τουρκία, ως μονομερές ΜΟΕ, πρέπει να εφαρμόσει τη δέσμευσή της στο Πρόσθετο Πρωτόκολλο του 2005 της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας να ανοίξει τους θαλάσσιους λιμένες και τους αερολιμένες της σε ελληνοκυπριακή χρήση, και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της πρέπει να δεσμευτούν σταθερά στην επανένωση της Κύπρου ως δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας και στην εν τέλει πλήρη απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων μετά από μια διευθέτηση.

Να διατηρηθεί η κεκτημένη ταχύτητα στις διαπραγματεύσεις

5.  Αμφότερες οι κυπριακές διοικήσεις πρέπει να άρουν τα κωλύματα που εμποδίζουν την ΕΕ να εργάζεται ελεύθερα στις περιοχές υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση. Οι Ελληνοκύπριοι πρέπει ενεργά να αποθαρρύνουν τις διακρίσεις σε βάρος των τουρκοκυπριακών προϊόντων και διαφημίσεων στα ελληνοκυπριακά μέσα ενημέρωσης και το εμπόριο και να συνεργαστούν ουσιαστικά με την τουρκοκυπριακή αστυνομία, τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας, και άλλες υπηρεσίες που ασχολούνται με ζητήματα καθημερινότητας.

6.  Η τουρκοκυπριακή διοίκηση πρέπει να θέσει τέλος στην παρενόχληση των εμπόρων που επιδιώκουν να πραγματοποιήσουν εξαγωγές μέσω ελληνοκυπριακών λιμένων και να επιτρέψουν να προχωρήσουν δικοινοτικά έργα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ, ιδίως για την ενθάρρυνση κοινών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών βασισμένων σε κοινά συμφέροντα με τον ελληνοκυπριακό ιδιωτικό τομέα και την επανάληψη των συναντήσεων της κοινωνίας των πολιτών.

7.  Ο ΟΗΕ και η ΕΕ πρέπει να αναπτύξουν και να εμβαθύνουν τη συνεργασία για διακοινοτικές συναντήσεις, ιδίως για να αυξήσουν τις ευκαιρίες διαλόγου για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά οφέλη της επανένωσης.

8.  Η Τουρκία πρέπει:

α) να διερευνήσει όλους τους τρόπους ώστε να κατευνάσει τις φοβίες των Ελληνοκυπρίων, μεταξύ άλλων αποφεύγοντας την πραγματοποίηση στρατιωτικών ασκήσεων κοντά στην Πράσινη Γραμμή και στρατιωτικών πτήσεων σε διεθνώς αναγνωρισμένο ελληνικό ή ελληνοκυπριακό εναέριο χώρο,

β) να αποδεχθεί, αμέσως μόλις υπάρξει σημαντική διαπραγματευτική πρόοδος, την παρακολούθηση του αριθμού των στρατευμάτων της στο νησί μέσω διεθνού φορέα, και

γ) να ενθαρρύνει τους Τούρκους αξιωματούχους, επιχειρηματίες και διανοούμενους να αναπτύξουν σχέσεις με τους Ελληνοκυπρίους ώστε να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη προς υποστήριξη των διαπραγματεύσεων.

9.  Η Ελλάδα πρέπει να εξηγήσει σε όλα κράτη-μέλη της ΕΕ τους δυνητικούς κινδύνους της μη επίλυσης του Κυπριακού ως προετοιμασία για συνολικές συνομιλίες το 2008 και να ενθαρρύνει τους Ελληνοκυπρίους να μιμηθούν τη δική της ύφεση με την Άγκυρα από το 1999.

10.  Τα θεσμικά όργανα και τα κράτη-μέλη της ΕΕ πρέπει έντονα να στηρίξουν την επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό εντός του 2008, παρακολουθώντας τες στενά, έτσι ώστε να είναι σε ετοιμότητα να αντιδράσουν σε τυχόν απειλούμενη κατάρρευσή τους, να εξηγήσουν στο κοινό και τις πολιτικές ελίτ στην Ευρώπη με ποιο τρόπο το Κυπριακό τραυματίζει την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, και να ενθαρρύνουν τη Ρωσία να χρησιμοποιήσει την επιρροή της στο νησί για να ενθαρρύνει διευθέτηση.

11.  Οι ΗΠΑ πρέπει να συνεργαστούν με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και με τα άλλα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας για να αναδείξουν τους κινδύνους της μη επίλυσης του Κυπριακού.

Λευκωσία / Κωνσταντινούπολη / Βρυξέλλες, 10 Ιανουαρίου 2008

More Information