You must enable JavaScript to view this site.
This site uses cookies. By continuing to browse the site you are agreeing to our use of cookies. Review our legal notice and privacy policy for more details.
Close
Homepage > Regions / Countries > Europe and Central Asia > Turkey-Cyprus > Cyprus > Cyprus: Six Steps toward a Settlement

Κύπρος : Έξι βήματα προς μια διευθέτηση

Europe Briefing N°61 22 Feb 2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με τις διαπραγματεύσεις για την επανένωση της Κύπρου, οι οποίες είναι εν εξελίξει από το 2008, να βρίσκονται σε αδιέξοδο, απαιτείται η λήψη δραστικών μέτρων. Όσο το αδιέξοδο συνεχίζει να υφίσταται, το κόστος για τους Ελληνοκύπριους, τους Τουρκοκύπριους, την Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αυξάνεται. Ούτε οι Ελληνοκύπριοι ούτε οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να εκμεταλλευτούν πλήρως τις δυνατότητές τους σε ένα νησί, του οποίου το μέλλον φαντάζει διχοτομημένο, αβέβαιο, στρατικοποιημένο και αντιμέτωπο με νέες οικονομικές δυσκολίες. Η υποψηφιότητα της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ όπως και η συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ τίθενται σε κίνδυνο. Ειδικότερα, για να αποφορτισθεί η κατάσταση στο νησί και στις Βρυξέλλες, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης από αμφότερα τα μέρη εντός του 2011 –ή και μονομερώς αν κριθεί αναγκαίο – ώστε να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη και να ικανοποιηθούν τα κύρια αιτήματα και των δύο πλευρών χωρίς να προκαταλαμβάνεται το αποτέλεσμα μιας συνολικής διευθέτησης.

Είναι αναγκαίο να ληφθούν προσωρινά μέτρα τώρα, καθώς οι συνομιλίες υπό την καθοδήγηση του ΟΗΕ φαίνεται να οδεύουν προς ακόμα ένα μη παραγωγικό χρόνο. Κανείς δε θέλει να φέρει το στίγμα της διακοπής των διαπραγματεύσεων, κάτι που πιθανόν να τους οδηγούσε σε ατοπήματα, ωστόσο η συνάντηση της 26ης Ιανουαρίου μεταξύ του Γενικού Γραμματέα Μπαν Κι-Μουν και των ηγετών των δύο κοινοτήτων δε σηματοδότησε κάποια νέα σύγκλιση. Το Συμβούλιο Ασφαλείας ζήτησε από τον Μπαν να υποβάλει μια έκθεση σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου, μετά την ήδη επικριτική αξιολόγηση του Νοεμβρίου του 2010. Οι ελληνοκυπριακές βουλευτικές εκλογές του Μαΐου καθώς και οι τουρκικές γενικές εκλογές του Ιουνίου είναι πιθανόν να καθυστερήσουν την πρόοδο προς μια ολοκληρωμένη διευθέτηση. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό, που συνεχίζονται επί δεκαετίες, τυπικά διακόπηκαν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Η πάροδος του χρόνου καθιστά ακόμη δυσκολότερη την επανένωση του νησιού, το οποίο παραμένει πολιτικά διαιρεμένο από το 1963 όταν οι Ελληνοκύπριοι κατέλαβαν την εξουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και στρατιωτικά διαιρεμένο από την τουρκική εισβολή του 1974 από την οποία προέκυψε η τουρκοκυπριακή ζώνη στο βόρειο τρίτο του νησιού. Μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, οι θέσεις των δύο πλευρών παρουσιάζουν σημαντική απόκλιση ακόμη και στο νόημα του κοινού στόχου μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Παρόλο που επικρατεί ειρήνη και σχετική ελευθερία για την ανάπτυξη δεσμών μεταξύ των δύο πλευρών από το 2003, οι εμπορικές συναλλαγές και οι επισκέψεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων μέσω της Πράσινης Γραμμής μειώνονται.

Η απουσία μιας διευθέτησης είναι επιζήμια για τα συμφέροντα όλων των πλευρών και διατηρεί την απογοήτευση σε υψηλά επίπεδα. Περισσότεροι από 200.000 Κύπριοι είναι ακόμη εσωτερικά εκτοπισμένοι (ΕΕΠ) ενώ ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός τουρκικών στρατευμάτων παραμένει στο νησί. Λίγοι εκτός της στρατιωτικής ηγεσίας στην Άγκυρα γνωρίζουν αν πρόκειται για 21.000 στρατιώτες, όπως υποστηρίζει η Τουρκία, ή 43.000, όπως υποστηρίζουν οι Ελληνοκύπριοι – μια διένεξη που αποτελεί απλώς μία από τις πολλές ενδείξεις δυσπιστίας και απουσίας πληροφόρησης. Οι Τουρκοκύπριοι είναι απομονωμένοι από την ΕΕ, και στερούνται των μέσων για απευθείας εμπορικές συναλλαγές ή μετακινήσεις, παρόλο που είναι πολίτες της ΕΕ. Οι Ελληνοκύπριοι από το 2004 και έκτοτε έχουν χρησιμοποιήσει την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ για να οδηγήσουν τις ευρω-τουρκικές σχέσεις  σε τέλμα, μπλοκάροντας τα μισά από τα κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας.

Η Crisis Group έχει λεπτομερώς παρουσιάσει από το 2006 σε τέσσερις εκθέσεις της πώς θα μπορούσαν να συγκλίνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα 1.1 εκατομμυρίου Κυπρίων και τρίτων εμπλεκόμενων μερών μέσω μιας συνολικής πολιτικής διευθέτησης. Αυτό παραμένει το ιδανικότερο σενάριο, εφόσον όμως δε διαφαίνεται μια τέτοια εξέλιξη μέσα στους επόμενους μήνες, οι δύο πλευρές θα πρέπει να προχωρήσουν, όπως παρουσιάζεται παρακάτω, μέσα από μονομερείς ενέργειες, καθεμιά από τις οποίες μπορεί να συμβάλλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης και να βοηθήσει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος περισσότερο ευνοϊκού για την επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας:

  • Η Τουρκία θα πρέπει να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της σε ελληνοκυπριακή χρήση, εκπληρώνοντας την υποχρέωση που πηγάζει από την υπογραφή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου το 2005 για την Τελωνειακή Ένωση με την ΕΕ, και να επιτρέψει στα ελληνοκυπριακά αεροσκάφη να διασχίζουν τον εναέριο χώρο της.
  • Οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να επιτρέψουν το άνοιγμα του λιμανιού της Αμμοχώστου για διεξαγωγή κυπριακού (συμπεριλαμβανομένου και τουρκοκυπριακού) εμπορίου με την ΕΕ, υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση και επίβλεψη της ΕΕ∙ να σταματήσουν την πρακτική μπλοκαρίσματος κεφαλαίων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας∙ και σε περίπτωση έναρξης εμπορικών συναλλαγών με την Τουρκία, εφόσον η τελευταία εφαρμόσει το Πρόσθετο Πρωτόκολλο, να προχωρήσουν στο άνοιγμα της Πράσινης Γραμμής για τα τουρκικά προϊόντα, ώστε να μπορούν έτσι να επωφεληθούν και οι Τουρκοκύπριοι.
  • Η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να επιστρέψουν στους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες τις περιουσίες που βρίσκονται στο ελεγχόμενο από τον τουρκικό στρατό θέρετρο-φάντασμα των Βαρωσίων, που θα υπόκειται προσωρινά στον έλεγχο του ΟΗΕ, ο οποίος θα επιτηρεί την ανοικοδόμηση της περιοχής.
  • Οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να επιτρέψουν τη διεξαγωγή ναυλωμένων πτήσεων προς το αεροδρόμιο Ερτζάν στην τουρκοκυπριακή ζώνη,  υπό την επιτήρηση της ΕΕ.
  • Η Τουρκία, η Ελλάδα, το Ην. Βασίλειο και οι δύο κυπριακές κοινότητες θα πρέπει να θέσουν σε λειτουργία ένα μηχανισμό για να εξακριβωθεί ο αριθμός των στρατευμάτων που βρίσκονται στο νησί. Παρομοίως, η τουρκοκυπριακή ηγεσία πρέπει να οργανώσει μαζί με τους Ελληνοκύπριους την απογραφή του πληθυσμού για να διαπιστωθεί ο ακριβής πληθυσμός του νησιού και το νομικό καθεστώς των κατοίκων του.
  • Οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να συνεργαστούν με τους τουρκοκυπριακούς διοικητικούς φορείς όσο θα εκκρεμεί η εξεύρεση πολιτικής λύσης. Τούρκοι αξιωματούχοι θα πρέπει να συναντηθούν με Ελληνοκύπριους αξιωματούχους και οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να στηρίξουν την προσπάθεια αυτή.
  • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ευρωπαϊκή Προεδρία, θα πρέπει να συνεχίσει να κινείται ως ειλικρινής διαμεσολαβητής για να εξασφαλίσει μια συμφωνία επί των προσωρινών μέτρων. Οι ηγέτες των κρατών-μελών της ΕΕ θα πρέπει να αποφεύγουν τις φορτισμένες δηλώσεις ενόσω οι συνομιλίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ είναι σε εξέλιξη και ενώ κανένα από τα εμπλεκομένα μέρη δεν κωλυσιεργεί εμφανώς.

Τα βήματα αυτά είναι προς το συμφέρον όλων και θα πρέπει να ληφθούν μονομερώς από τα εμπλεκόμενα μέρη που διαθέτουν τα μέσα να το πράξουν∙ τέτοια βήματα δε θα πρέπει να φυλάσσονται για το μέλλον ούτε να εξαρτώνται αποκλειστικά από την επίτευξη μιας συμφωνίας και την ένδειξη αμοιβαιότητας. Μερικά από αυτά είναι ήδη γνωστά αλλά δεν έτυχαν εφαρμογής, καθώς αποτελούσαν μέρος διαπραγματεύσεων υψηλού επιπέδου, με κάθε πλευρά να αξιώνει ένα δικό της βήμα να αντιστοιχεί σε δύο των αντιπάλων της. Στο γενικότερο πλαίσιο του Κυπριακού τα πακέτα συμφωνιών έχουν περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας. Μόλις πρόσφατα, κατά το τελευταίο τετράμηνο του 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Βελγική Προεδρία προσπάθησαν να μεσολαβήσουν για επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας για ένα σταδιακό άνοιγμα της θαλάσσιας και εναέριας κυκλοφορίας. Αυτή η προσπάθεια θα πρέπει να συνεχιστεί και κατά τη διάρκεια της Ουγγρικής Προεδρίας. Πρόκειται για μονομερείς ενέργειες, οι οποίες έχουν αποδώσει στο παρελθόν, όπως η απόφαση των Τούρκων και των Τουρκοκυπρίων το 2003 να ανοίξουν μέρος των συνόρων, ώστε να μπορούν οι Κύπριοι να μετακινούνται ελεύθερα, και οι αποφάσεις των Ελληνοκυπρίων από το 2004 κι έκτοτε να προσφέρουν σε μεμονωμένους Τουρκοκύπριους που ζουν στο βορρά κάποια δικαιώματα υπηκοότητας, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης το 2003 και της χορήγησης διαβατηρίων της ΕΕ από το 2004.

Τα προτεινόμενα βήματα θα μπορούσαν να καλύψουν γνωστές ανάγκες των δύο κοινοτήτων και, χωρίς να υπονομεύουν τους στόχουν κανενός από τα εμπλεκόμενα μέρη, να ανοίξουν το δρόμο για επιτυχείς διαπραγματεύσεις. Δε θα προκατέλαβαν την τελική έκβαση των συνομιλιών, ή το πολυσυζητημένο ζήτημα του καθεστώτος, αλλά θα συνέβαλλαν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης, η έλλειψη της οποίας αποτελεί τη βασική αιτία για το αδιέξοδο που υπάρχει εδώ και τρεισίμησι δεκαετίες. Σε κάποιες περιπτώσεις θα εκπλήρωναν ήδη υπάρχουσες υποσχέσεις, όπως η υποχρέωση της Τουρκίας να ανοίξει το θαλάσσιο χώρο και τα αεροδρόμια της σε ελληνοκυπριακή χρήση, η υπόσχεση της ΕΕ για απευθείας εμπόριο με τους Τουρκοκύπριους και η συμφωνία της Τουρκίας για επιστροφή των περιουσιών που βρίσκονται στα Βαρώσια πριν από μια διευθέτηση.

Αν εξακολουθήσει το υφιστάμενο status quo, οι Ελληνοκύπριοι θα διαπιστώσουν πως η απόρριψη του ειρηνευτικού σχεδίου του ΟΗΕ το 2004, το οποίο απολάμβανε την στήριξη της ΕΕ, οδήγησε στη βαθύτερη διχοτόμηση του νησιού∙ οι Τουρκοκύπριοι ότι η επιλογή τους να εκλέξουν ένα σκληροπυρηνικό εθνικιστή για πρόεδρο τον Απρίλιο του 2010 καθιστά την επικράτειά τους κάτι παραπάνω από επαρχία της Τουρκίας∙ η Άγκυρα ότι η αποτυχία της να έλθει σε συμφωνία με τους Ελληνοκύπριους θα παγώσει την ένταξή της στην ΕΕ, μια εξέλιξη επιζήμια για την μεταρρυθμιστική ατζέντα της, την ευημερία της και τη περιφερειακή ελκυστικότητά της∙ και η Ελλάδα ότι είναι καταδικασμένη σε υψηλούς προϋπολογισμούς για την άμυνά της και  σε αόριστες εντάσεις με την Τουρκία για την οριοθέτηση του Αιγαίου. Τέλος, η ΕΕ θα διαπιστώσει ότι η ήπια ισχύς της περιορίζεται από την έλλειψη μιας υγειούς σχέσης με τον πιο σημαντικό μουσουλμανικό εταίρο της και ότι η Κύπρος θα παραμείνει ένα άβολο σύμβολο της έλλειψης ικανότητας να τερματίσει την πολιτική και στρατιωτική διχοτόμηση ακόμη και ενός κράτους μέλους.

Λευκωσία/Κωνσταντινούπολη/Βρυξέλλες, 22 Φεβρουαρίου 2011

 

More Information