icon caret Arrow Down Arrow Left Arrow Right Arrow Up Line Camera icon set icon set Ellipsis icon set Facebook Favorite Globe Hamburger List Mail Map Marker Map Microphone Minus PDF Play Print RSS Search Share Trash Crisiswatch Alerts and Trends Box - 1080/761 Copy Twitter Video Camera  copyview Youtube
Διαιρεμένη Κύπρος: Ο Συμβιβασμός με την Ιδέα Μίας Ατελούς Πραγματικότητας
Διαιρεμένη Κύπρος: Ο Συμβιβασμός με την Ιδέα Μίας Ατελούς Πραγματικότητας
Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?
Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?
Report 229 / Europe & Central Asia

Διαιρεμένη Κύπρος: Ο Συμβιβασμός με την Ιδέα Μίας Ατελούς Πραγματικότητας

  • Share
  • Save
  • Print
  • Download PDF Full Report

Σύνοψη

Για ακόμη μία φορά, έχουν ξεκινήσει οι συνομιλίες προς την εξεύρεση μίας διευθέτησης για τη διαιρεμένη Κύπρο. Για την αποφυγή μίας ακόμη αποτυχημένης προσπάθειας προς την κατεύθυνση μίας ομοσπονδίας, απαιτούνται νέες ιδέες. Το βασικό πρόσκημμα είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι διάγουν ξεχωριστούς βίους, έχουν διαφορετικές γλώσσες και υποδομές και ανησυχούν πως μία νέα ενιαία διοίκηση θα ενέχει περισσότερες απειλές από το υπάρχον ειρηνικό status quo. Στο διάλογο και τη νέα παρασκηνιακή διπλωματία, θα πρέπει οι ίδιοι και η διεθνής κοινότητα να δοκιμάσουν μία πορεία προς ένα νέο είδος ενότητας, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει και την παραχώρηση προς τους Τουρκοκύπριους πλήρους ανεξαρτησίας και ένταξη στην Ε.Ε. Ένας τρόπος σκέψης πέραν των υφιστάμενων περιορισμών θα μπορούσε να πείσει τα δύο μέρη ότι μία ομοσπονδία θα ήταν προτιμότερη, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που το μικρότερο τουρκοκυπριακό κράτος θα ήταν τόσο ανίσχυρο. Όμως μία ρεαλιστική νέα προσέγγιση θα μπορούσε να αποτελέσει τον καλύτερο τρόπο ώστε τα μέρη να εκμεταλευτούν τη νέα πολιτική βούληση της Τουρκίας για μία διευθέτηση, την ανάγκη των Ελληνοκύπριων για μία αξιοπρεπή διέξοδο από την οικονομική δυσχέρια και την επιθυμία των Τουρκοκύπριων να βρίσκονται εντός της Ε.Ε. και να αναλάβουν τον έλεγχο των υποθέσεών τους.

Η νομιμοποίηση της τουρκοκυπριακής αυτοδιάθεσης έχει υπάρξει θέμα ταμπού εκτός της τουρκοκυπριακής οντότητας και των υποστηρικτών της στην Τουρκία. Η ελληνοκυπριακή πλειοψηφία, η οποία ανέλαβε αποκλειστκό έλεγχο της διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας το 1964, εξακολουθεί να παραμένει στις δημόσιες τοποθετήσεις της πλήρως αντίθετη προς μία επίσημη διχοτόμηση. Η θέση της αυτή υποστηρίζεται από ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και από το δίκτυο υποστηρικτών της Κύπρου, ιδιαιτέρως από την Ε.Ε., κυρίως εξαιτίας της τουρκικής εισβολής του 1974 και του επακόλουθου γεωγραφικού διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων. Ωστόσο, σε πέντε γύρους διαπραγματεύσεων οι οποίες διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια τεσσάρων δεκαετιών κυρίως με τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών, τα εμπλεκόμενα μέρη δεν έχουν καταφέρει να έλθουν σε μία συμφωνία για την επανένωση της Κύπρου σύμφωνα με τις επίσημες παραμέτρους μίας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Χιλιάδες συναντήσεις υπό δεκάδες μορφές έχουν αποφέρει μόνο μία παγιωμένη, ατελή εξομάλυνση της de facto διχοτόμησης μεταξύ της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας στο νότο και των Τουρκοκύπριων στο βορρά.

Οι αξιωματούχοι που συμμετέχουν στο νέο γύρο συνομιλιών από το Φεβρουάριο του 2014 δηλώνουν πως στόχος τους είναι η πλέον χαλαρή ομοσπονδία που έχει έως τώρα αποτελέσει αντικείμενο σκέψης. Οι επικεφαλής Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι διαπραγματευτές έχουν επισκεφθεί την Άγκυρα και την Αθήνα, διανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο ένα σημαντικό νέο δίαυλο επικοινωνίας. Όμως υπάρχει πλήθος κακών οιωνών. Μόνο οι συνομιλίες σχετικά με την εναρκτήρια δήλωση διήρκησαν πέντε μήνες. Ο δημόσιος σκεπτικισμός είναι υψηλός. Τα προτεινόμενα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, συμφωνία επί των οποίων επιτυγχάνεται ούτως ή άλλως δύσκολα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, έχουν απωλέσει τη δυναμική τους. Τα ευρύματα φυσικού αερίου στα νότια του νησιού είναι ακόμη ελάσσονος σημασίας, και μάλλον έχουν αποτελέσει παράγοντα αποπροσανατολισμού των εμπλεκόμενων μερών παρά παράγοντα σύγκλισης. Η Τουρκία και η Ελλάδα, οι εξωτερικές δυνάμεις με τη μεγαλύτερη δυνατότητα παροχής βοήθειας προς επίτευξη μίας συμφωνίας, υποστηρίζουν τις συνομιλίες επί της αρχής, όμως οι ηγεσίες τους έχουν προβεί σε ελάχιστες μόνο κινήσεις δημόσιας διπλωματίας προς την κατεύθυνση μίας προσέγγισης, οι οποίες θα μπορούσαν να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας των συνομιλιών.

Το status quo έχει αποδειχθεί ανθεκτικό και ειρηνικό και βελτιώνεται συνεχώς. Από το 1996 και έκτοτε, δεν έχει σημειωθεί ούτε ένας θάνατος στην Πράσινη Γραμμή, η οποία χωρίζει το νησί. Το κύριο καθημερινό πρόβλημα δεν είναι τόσο η διαίρεση του νησιού, αλλά το γεγονός πως η de facto διχοτόμησή του δεν έχει επέλθει ως προϊόν διαπραγμάτευσης. Σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες, επιχειρηματικοί ταγοί σε αμφότερα τα μέρη και διπλωμάτες από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές επιδεικνύουν ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για ένα νέο πλαίσιο συνομιλιών. Οι Τουρκοκύπριοι το 2010 εξέλεξαν έναν ηγέτη, ο οποίος τίθεται ανοιχτά υπές της μέγιστης δυνατής ανεξαρτησίας για την κοινότητά τους. Ορισμένοι Ελληνοκύπριοι φαίνονται κατ’ ιδίαν έτοιμοι να εξετάσουν μία τέτοια προοπτική, αν και η οργή για τις αδικίες της τουρκικής εισβολής και η ισχυρή εθνικιστική ρητορεία ακόμη κυριαρχούν στο δημόσιο διάλογο.

Η παρούσα έκθεση υποστηρίζει ότι τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει ανεπίσημα να εξετάσουν την προοπτική μίας αμοιβαία συμφωνημένης ανεξαρτησίας των Τουρκοκύπριων εντός της Ε.Ε. Το κατά πόσο μία τέτοια προοπτική είναι εφικτή εξαρτάται από τις ενταξιακές διαδικασίες της Ε.Ε. οι οποίες στη δεδομένη περίπτωση βασίζονται στην εθελούσια συγκατάθεση των Ελληνοκύπριων, το κράτος των οποίων είναι ήδη μέλος της Ε.Ε., και συνεπώς έχει το δικαίωμα βέτο απέναντι σε νέες υποψήφιες χώρες. Για να εκμαιεύσουν μία τέτοια εθελούσια συγκατάθεση η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να προσφέρουν πολλά: να επιστρέψουν εδάφη τα οποία κατέχουν επί μακρόν, όπως η πόλη φάντασμα της Αμμοχώστου· να αποσύρουν το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων κατοχής· να παραιτηθούν από τις διεθνείς εγγυήσεις που συνδέονται με την ανεξαρτησία του νησιού από το 1960· να προσφέρουν εγγυημένες αποζημιώσεις στα πλαίσια μίας συνολικής συμφωνίας επί των περιουσιών που οι δύο κοινότητες ακόμη κατέχουν η μία στα εδάφη της άλλης· να αποσύρουν τις αξιώσεις τους για παρεκκλίσεις από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, οι οποίες μετά την εξεύρεση μίας λύσης θα εμπόδιζαν την αγορά έγγειας ιδιοκτησίας από τους Ελληνοκύπριους σε ένα μελλοντικό τουρκοκυπριακό κράτος· και να αναγνωρίσουν τον πλήρη έλεγχο εκ μέρους των Ελληνοκύπριων των χωρικών υδάτων στα νότια του νησιού, στα οποία αποδεδειγμένα βρίσκονται κοιτάσματα φυσικού αερίου.

Η συνύπαρξη εντός της Ε.Ε. της ήδη υπάρχουσας Κυπριακής Δημοκρατίας με μία νέα Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου θα μπορούσε να καλύψει μεγάλο μέρος από αυτά που οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκικύπριοι επιθυμούν. Θα απουσίαζε μία ομοσπονδιακή κυβέρνηση με δυσκίνητες εθνικές ποσοστώσεις, οι οποίες ούτως η άλλως θα μπορούσαν να προσβληθούν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ακανθώδες ζήτημα της ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας των δύο τρίτων των έγγειων περιουσιών στο βορρά θα καθίστατο πιο ξεκάθαρο και ευκολότερο ως προς τη λύση του. Σε περίπτωση ανεξαρτησίας, η τουρκοκυπριακή οντότητα θα ήταν πιθανόν πρόθυμη να θέσει κάποια όρια στην έλευση νέων Τούρκων “εποίκων’’ από την ενδοχώρα. Η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι πιθανόν να σύναπταν μία νέα αμυντική συμφωνία, καθώς παρέχεται μία τέτοια δυνατότητα εντός της Ε.Ε. Και με μία διευθέτηση στο Κυπριακό, ο δρόμος για την ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας θα ήταν και πάλι ανοικτός.

Ελλείψη μίας διευθέτησης, οι εντάσεις της διχοτόμησης, η οποία δεν επήλθε ως προϊόν διαπραγμάτευσης, θα εξακολουθούν να υφίστανται. Η σχέση της Τουρκίας με την Ε.Ε. θα συναντά προσκόμματα, και η Ε.Ε. με το ΝΑΤΟ θα εξακολουθούν να μη μπορούν να συνεργαστούν επισήμως, εξαιτίας των διπλωματικών αψιμαχιών μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας, οι οποίες είναι αντίστοιχα μέλη ενός μόνο από τους δύο αυτούς οργανισμούς. Οι Τουρκοκύπριοι θα εξακολουθήσουν να ζουν σε μία αδικαιολόγητη απομόνωση. Και οι Ελληνοκύπριοι θα υποστούν μία ακόμη βαθύτερη οικονομική κρίση, περαιτέρω στέρηση των ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων, δαπανηρά εμπόδια στην αξιοποίηση του φυσικού αερίου, ολοένα μειούμενη δυνατότητα επιρροής επί της Τουρκίας, και, ενδεχομένως το χειρότερο από όλα, επ’ αόριστον αβεβαιότητα.

Λευκωσία/Κωνσταντινούπολη/Βρυξέλλες, 14 Μαρτίου 2014

Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?

Originally published in Valdai

Last weekend, the presidents of Turkey, Iran and Russia met in Ankara to discuss, among other things, the latest developments in Syria amid Turkish concerns over the consequences of a Syrian government offensive in the last rebel enclave, Idlib. 

The Russian-backed offensive against that last opposition enclave is aimed at keeping the rebels at arm’s length from the Russian air base in Latakia, re-opening the Damascus-Aleppo highway and eventually retaking the city of Idlib, the provincial capital that has been held by the rebels since 2015. As such and for the past six months, much of Idlib and its environs have been under intense attack from the Syrian Arab Army on the ground and Russian warplanes in the air. The government forces have been able to seize strategic villages, including the medieval fortress town of Qalaat al-Madiq, a major crossing point into Idlib, and the towns of Kafr Nabudah and Khan Shaykhoun. The long-dreaded offensive has left 1,089 civilians dead and 600,000 displaced.

In September 2017, the three Astana guarantors, (Turkey, Iran, and Russia), negotiated a partial ceasefire in Idlib under a “de-escalation” agreement, monitored on the opposition side through twelve Turkish military outposts deployed along a blurry deconfliction line between the rebels and government forces. A year later, a deal between Turkey and Russia, announced in the Black Sea resort of Sochi, headed off a seemingly imminent Syrian army offensive and reinforced the earlier deal. The Turkish-Russian agreement tacitly committed Turkey to oversee the withdrawal of jihadis along with all heavy weapons, tanks, rockets systems and mortars held by all rebel groups from a 15-20 km “demilitarised zone” bordering government-controlled areas, and allowed the re-opening of the Latakia-Aleppo and Damascus-Aleppo highways, which pass through Idlib.

The fate of Idlib Governorate and its three million inhabitants could be determined by the leaders of the Astana trio.

Ankara and Moscow, however, remain at odds over the interpretations of the Sochi deal and its implementation. Moscow has made clear that a de-escalation arrangement is by no means a permanent alternative to the eventual return of the state to north west Syria. On the other hand, Turkey views the deal primarily as a tool to prevent a Syrian offensive on Idlib, and preserve a “de-escalation zone” out of Syrian government control until a broader political settlement can be reached for the eight-year old Syria crisis. As such, Turkey has agreed that moderate rebel groups would be separated from radicals and the latter would lay down arms and move out of a defined demilitarised zone. However, Moscow and Ankara remain at loggerheads over which rebel groups in Idlib should be designated as terrorists. When the agreement was announced, Hai’at Tahrir al Sham (HTS), a group formerly linked to al Qaeda, controlled around 50% of Idlib Governorate; today they control almost all of it. Ankara believes that much of HTS is fundamentally pragmatic and a potential ally for eliminating radical transnational jihadists, while Russia treats HTS uniformly as a terrorist group, and describes the Sochi ceasefire as conditional upon HTS’s removal from the demilitarised zone and “separation” from the armed opposition. In terms of implementation, Turkey claims that they have successfully rolled back jihadis and cleared the demilitarized zone of all heavy weaponry. On the other hand, the Russian Ministry of Defence has stated that HTS attempted to attack Russia’s Hmeimim Airbase twelve times in April 2019 using unmanned aerial vehicles.

The fate of Idlib Governorate and its three million inhabitants could be determined by the leaders of the Astana trio. It is no secret that if Russia greenlights an all-out offensive, an opposition-led infantry ground force will not be able to stop it. Nonetheless, a military solution in Idlib would still be exceptionally costly for all parties, Russia included. Retaking Idlib militarily would strain Moscow’s relations with Turkey and would require force levels that could only inevitably lead to a bloodbath in the densely-populated province. More significantly, capturing Idlib militarily would risk scattering jihadi militants now inside Idlib across Syria, and globally, including into post-Soviet states. If Russia hopes to avoid that, it needs to consider an alternative to a catastrophic military victory.

Today, a return to the existing Sochi understanding will do little good, in part because – to acknowledge an uncomfortable reality – any agreement that is to prove sustainable needs to address the divergent views between Russia and Turkey over some of the key actors in Idlib, including HTS. Russia can help the Syrian government crush Idlib, if it so chooses, and if it is willing to absorb the grave cost of victory, including thousands of jihadis scattered across Syria and beyond. If it hopes to spare itself that cost, however, it needs to consider alternatives to a military victory, which would have grave security consequences.