ΚΥΠΡΟΣ: ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ Ή ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ
ΚΥΠΡΟΣ: ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ Ή ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ
Table of Contents
  1. Executive Summary
Fresh Thinking Needed on Cyprus
Fresh Thinking Needed on Cyprus
Report 201 / Europe & Central Asia

ΚΥΠΡΟΣ: ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ Ή ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ

  • Share
  • Save
  • Print
  • Download PDF Full Report

ΣΥΝΟΨΗ

Η τριακονταετής προσπάθεια για την επανένωση της Κύπρου μοιάζει να οδεύει προς τη λήξη της, θέτοντας ζήτημα μιας ξεκάθαρης επιλογής μεταξύ της de facto διχοτόμισης του νησιού, η οποία θα είναι προϊόν εχθρότητας, και της δημιουργίας μιας ομοσπονδίας μεταξύ ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας, οι οποίες θα συνυπάρχουν ως δύο συστατικά κράτη-μέλη. Οι περισσότεροι παρατηρητές συμφωνούν ότι το ‘παράθυρο’ της δεδομένης συγκυρίας για την επίτευξη μιας διευθέτησης δικοινοτικού, διζωνικού χαρακτήρα, θα κλείσει τον Απρίλιο του 2010, κατά τη διεξαγωγή των επόμενων εκλογών στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, όπου ο τωρινός Τουρκοκύπριος ηγέτης, ο οποίος τάσσεται ανοιχτά υπέρ της διευθέτησης, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να απολέσει τη λαϊκή εντολή προς όφελος κάποιου περισσότερο αδιάλλακτου υποψήφιου. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συναίνεση έως τότε, αυτή θα είναι η τέταρτη φορά που καθίστανται ανεπιτυχείς οι ειρηνευτικές συνομιλίες, που διεξάγονται με τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών. Επικρατεί μια γενικότερη αίσθηση, πως εφόσον οι δεδομένες ηγεσίες των δύο κοινοτήτων, οι οποίες παρουσιάζουν συγκλίσεις στον τρόπο σκέψης, καθώς και διάθεση συμβιβασμού, αδυνατούν να έλθουν σε συμφωνία για μια ομοσπονδιακή επανένωση, φαντάζει δύσκολο να βρεθεί απάντηση ως προς το ποιος μπορεί. Προς αποφυγή των δυσάρεστων συνεπειών που μια τέτοια εξέλιξη θα επιφέρει σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων θα πρέπει να εργαστούν στενά ώστε να ξεπεράσουν τον κυνισμό εντός των κοινοτήτων τους και να ολοκληρώσουν τις συνομιλίες, η Τουρκία και η Ελλάδα θα πρέπει να καταρρίψουν τα στεγανά που αποτρέπουν την επικοινωνία και με τις δύο κοινότητες στο νησί, και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να υποστηρίξουν δυναμικά την ειρηνευτική διαδικασία, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αστάθειας που πιθανόν να εκδηλωθεί στο μέλλον ως αποτέλεσμα εφησυχασμού και αποδοχής της συνέχισης της αντιπαράθεσης.

Ακόμα υφίσταται μία πραγματική ευκαιρία κατά το 2009-2010 να τεθεί τέλος στη διχοτόμηση της Κύπρου, σε συμφωνία με τις επί μακρόν καθορισμένες διαπραγματευτικές παραμέτρους μιας ομοσπονδιακής επανένωσης. Οι υπάρχουσες ηγεσίες των δυο κοινοτήτων συγκλίνουν ως προς τις θέσεις τους περισσότερο από όσο όλοι οι προκάτοχοί τους και κατά τη διάρκεια του παρελθόντος έτους έχουν διανύσει κάποια απόσταση προς την κατεύθυνση μιας ολοκληρωμένης διευθέτησης. Όμως, μια αποτυχία θα σημάνει την οριστική διχοτόμηση του νησιού, περιπλέκοντας περαιτέρω τις ευρωτουρκικές σχέσεις και προκαλώντας νέες προστριβές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, περιορισμό της συνεργασίας ΕΕ–ΝΑΤΟ, επιτάχυνση των φυγόκεντρων τάσεων, που είναι διάχυτες στην τουρκοκυπριακή πλευρά, και νέες ανησυχίες για την ευημερία και την ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων.

Η de facto διχοτόμηση του νησιού θεωρείται από πολλούς Κυπρίους ως μια ήπιας μορφής συνέχιση του status quo. Όμως, νέες δυναμικές που έχουν ήδη προκύψει μετά την είσοδο των Ελληνοκυπρίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την ονομασία ‘Κυπριακή Δημοκρατία’, διαψεύδουν την παραπάνω εκτίμηση. Οι Ελληνοκύπριοι έχουν καταστεί το πιο προφανές τεχνικό πρόσκομμα στη διαδικασία εισόδου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και έχουν ασκήσει ενθέρμως όλα τα διαθέσιμα μέσα επιρροής προς επίτευξη των εθνικών τους συμφερόντων και προς εκπλήρωση της ανάγκης για δικαιοσύνη, όπως αυτοί τα αντιλαμβάνονται. Ο εκνευρισμός της Άγκυρας συμβάλλει στην εκδήλωση προστριβών σχετικά με τα δικαιώματα ανίχνευσης πετρελαίου σε παράκτιες περιοχές, συμπεριλαμβανομένων χωρικών υδάτων διαφιλονικούμενων και από την Ελλάδα, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε κανονιοφόροι των αντιτιθέμενων μερών να βρεθούν σε ασυνήθιστη εγγύτητα. Η σημερινή, πιο δυνατή και ευημερούσα Τουρκία φαντάζει πιο έτοιμη σε σχέση με το παρελθόν να κωφεύσει στις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να διακινδυνεύσει μια μη αναστρέψιμη φθορά στη σχέση της με την τελευταία, προς χάριν του εθνικού της συμφέροντος και της δικαιοσύνης, όπως τα αντιλαμβάνεται η ίδια. Αυτή η διάσταση θα εξεταστεί εκ νέου στις συνομιλίες που θα οδηγήσουν στη Σύνοδο της ΕΕ τον Δεκέμβριο, κατά την οποία οι ηγέτες των κρατών-μελών και κυβερνήσεων (Συμβούλιο της Ευρώπης) θα πρέπει να αποφασίσουν τι θα πράξουν σχετικά με την αποτυχία της Τουρκίας να εφαρμόσει την υπογεγραμμένη υποχρέωσή της να ‘ανοίξει’ τους αερολιμένες και θαλάσσιους λιμένες της σε ελληνοκυπριακή χρήση.

Η απουσία μιας διευθέτησης θα επιφέρει και στις δύο κοινότητες, αλλά και στην Τουρκία επιβράδυνση της οικονομικής τους ανάπτυξης, αύξηση των εξοπλιστικών τους δαπανών και μείωση της διεθνούς τους αξιοπιστίας. Το παράδοξο είναι ότι σπανίως κατά το παρελθόν οι ηγεσίες των Ελληνοκυπρίων, των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας έχουν υπάρξει τόσο έτοιμες προς συμβιβασμό. Παρ’ όλα αυτά, μείζονα πηγή παρανοήσεων αποτελεί η αδυναμία των αξιωματούχων της Άγκυρας και της ελληνο-κυπριακής πλευράς να συμφωνήσουν ως προς ένα πλαίσιο απ’ ευθείας συνομιλιών. Κατά συνέπεια, φαντάζουν ανήμποροι να πιστέψουν, να εμπιστευθούν ή να κατονοήσουν την εκατέρωθεν γνήσια φιλοδοξία για διευθέτηση του ζητήματος. Αν και θα είναι δύσκολο κατά τους λίγους μήνες που απομένουν να αντιπαρέλθουν τέσσερις δεκαετίες εχθρότητας, συκοφάντισης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και απουσίας οιασδήποτε πραγματικής κοινής γνώσης, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να εργαστούν για τη γεφύρωση του χάσματος. Αν προκύψει μία δυνατή κυβέρνηση από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου στην Ελλάδα, θα βρίσκεται σε μια εξαιρετικά πλεονεκτική θέση ώστε να φέρει εγγύτερα όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, κάτι που καλείται επιτακτικά να πράξει.

Υπάρχουν ακόμα ακτίδες ελπίδας. Δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η πλειοψηφία των Κυπρίων επιθυμεί την επιτυχία των συνομιλιών, αν και παρουσιάζονται επιφυλακτικοί ως προς τις εξελίξεις. Οι διαπραγ-ματεύσεις κατά το τρέχον έτος έχουν εξελιχθεί σχετικά θετικά. Μετά την επικράτησή του, στις ελληνοκυπριακές προεδρικές εκλογές τον Φεβρουάριο του 2008, ο κ. Δημήτρης Χριστόφιας, που τίθεται υπέρ ενός συμβιβασμού, μαζί με τον Τουρκοκύπριο ομόλογό του, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, με τον οποίο συγκλίνουν ως προς τον τρόπο σκέψης, έχουν εργαστεί γύρω από σειρά ζητημάτων σε περισσότερες από 40 συναντήσεις. Ένας δεύτερος γύρος διαπραγματεύσεων ξεκίνησε θετικά στις 10 Σεπτεμβρίου 2009. Παρ’όλα αυτά, οι κύριοι Χριστόφιας και Ταλάτ θα πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο ώστε το θετικό κλίμα που επικρατεί στις συναντήσεις τους να αντικατοπτρίζεται και στις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Θα πρέπει, επίσης, να οικοδομήσουν μία κοινή στρατηγική για την έγκριση ενός σχεδίου διευθέτησης σε δημοψήφισμα που θα λάβει χώρα στις αρχές του 2010.

Οι δύο πλευρές κατά τη διάρκεια των συνομιλιών θα πρέπει να καταδείξουν προθυμία να διαπραγ-ματευθούν θέματα, τα οποία καθ’ εαυτά φαντάζουν δυσεπίλυτα. Σε αυτά περιλαμβάνονται το ζήτημα των αποζημιώσεων πολλών εκατομμυρίων ευρώ για τις ελληνοκυπριακές περιουσίες που ενδέχεται να αφορούν στα τρία τέταρτα της επικράτειας του τουρκοκυπριακού βορρά, το μέλλον των Τούρκων εποίκων, οι οποίοι σύντομα πιθανόν να αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων στην τουρκοκυπριακή πλευρά, την επιθυμία των Τουρκοκυπρίων, με την υποστήριξη της Τουρκίας, για συνέχιση της παροχής στρατιωτικών εγγυήσεων εκ μέρους της Τουρκίας, και το ερώτημα σχετικά με το τι μέρος από το 37% του νησιού, το οποίο τώρα βρίσκεται υπό τουρκικό έλεγχο, θα περάσει στα χέρια των Ελληνοκυπρίων.

Τα μισά ‘κλειδιά’ για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος βρίσκονται ευλόγως στα χέρια εξωτερικών παραγόντων. Ειδικότερα, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να εργαστούν περισσότερο ώστε να καταστήσουν την εξεύρεση μιας λύσης δυνατή, διαβεβαιώνοντας εμπράκτως την Τουρκία πως η ευρωπαϊκή προοπτική της παραμένει σταθερά ανοικτή, ενθαρρύνοντας τους κυρίους Χριστόφια και Ταλάτ, και επισημαίνοντας τα αναμφίβολα πλεονεκτήματα μιας διευθέτησης. Θα πρέπει να εργαστούν περαιτέρω ώστε να εμφυσήσουν στους Κυπρίους, όπως επίσης και σε άλλους παράγοντες στην περιοχή, την πεποίθηση ότι ο εφησυχασμός και ο κυνισμός θα πρέπει να εγκαταλειφθούν και ότι τώρα θα πρέπει να αρχίσει η μεθοδική εργασία για την προετοιμασία της κοινής γνώμης και των λειτουργικών συμβιβασμών. Κανείς από τους κυρίους Χριστόφια και Ταλάτ δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο κίνδυνος έγκειται στην εξάντληση των χρονικών περιθωρίων.  

Λευκωσία/ Κωνσταντινούπολη/ Βρυξέλλες, 30 Σεπτέμβριος 2009

Executive Summary

Three decades of efforts to reunify Cyprus are about to end, leaving a stark choice ahead between a hostile, de facto partition of the island and a collaborative federation between the Greek and Turkish Cypriot communities living in two constituent states. Most actors agree that the window of opportunity for this bicommunal, bizonal settlement will close by April 2010, the date of the next Turkish Cypriot elections, when the pro-settlement leader risks losing his office to a more hardline candidate. If no accord is reached by then, it will be the fourth major set of UN-facilitated peace talks to fail, and there is a widespread feeling that if the current like-minded, pro-solution Greek and Turkish Cypriot leaders cannot compromise on a federal solution, nobody can. To avoid the heavy costs this would entail for all concerned, the two leaders should stand shoulder to shoulder to overcome domestic cynicism and complete the talks, Turkey and Greece must break taboos preventing full communication with both sides on the island, and European Union (EU) states must rapidly engage in support of the process to avoid the potential for future instability if they complacently accept continuation of the dispute.

A real chance still exists in 2009-2010 to end the division in Cyprus in conformity with the long-established negotiating parameters of a federal reunification. The current Greek and Turkish Cypriot leaders share more common ground than any of their predecessors and have gone some distance over the past year toward a comprehensive settlement. But failure will mean an indefinite partition of the island, leading to more strains in EU-Turkey relations, new frictions in the east Mediterranean, less EU-NATO cooperation, acceleration of the centrifugal forces scattering the Turkish Cypriots and new risks to the prosperity and security of Greek Cypriots.

Many Cypriots expect that de facto partition would be a benign continuation of the status quo. New dynamics already in play following the Greek Cypriots’ 2004 entry into the EU as the Republic of Cyprus show this to be false. Greek Cypriots have become the most visible technical obstacle to Turkey’s EU accession process and have eagerly used all the levers available to them to pursue what they see as their national interest and need for justice. Ankara’s frustrations are contributing to frictions over offshore oil exploration rights, including in waters disputed with Greece, that have brought opposing gunboats into close proximity. Today’s stronger, more prosperous Turkey is more ready than in the past to defy the EU and risk irreversible damage to the relationship over what it also sees as issues of national interest and justice. This faultline will be tested again in discussions leading up to December’s EU summit, in which the heads of state and government (the European Council) must decide what to do about Turkey’s failure to implement its signed obligation to open its ports to Greek Cypriot air and sea traffic.

In the absence of a Cyprus settlement, both communities on the island and Turkey will experience slower economic progress, greater defence spending and reduced international credibility. The paradox is that rarely before have there been Greek Cypriot, Turkish Cypriot and Turkish leaders so ready to compromise. A major source of misunderstanding, however, is that Ankara and Greek Cypriot officials cannot agree grounds to talk directly. They are thus unable to believe, trust or understand each other’s genuine ambition to settle the dispute. Overcoming four decades of hostility, denigration in the media and absence of real mutual knowledge will be hard in the few remaining months, but all sides should try to bridge the gap. If a strong government emerges from the 4 October elections in Greece, it will be uniquely well placed to bring all the relevant parties together, and it should quickly do so.

There are rays of hope. Polls show that most Cypriots want the talks to succeed, even if they are sceptical about that happening. Negotiations over the past year have gone relatively well. After the victory of pro-compromise Demetris Christofias in the February 2008 Greek Cypriot presidential election, he and his likeminded Turkish Cypriot counterpart, Mehmet Ali Talat, have worked through the issues in more than 40 meetings. A second round of full negotiations began well on 10 September 2009. Christofias and Talat must do much more, however, to reflect the positive energy of their meetings in their public statements and to build a joint strategy for success in a referendum on a settlement document that needs to be held in early 2010.

The two sides should indicate willingness to bargain across issues in the talks that seem insoluble on their own. These include the multi-billion euro issue of compensation for or restitution of Greek Cypriot properties, involving perhaps three quarters of the territory of the Turkish Cypriot north; the future of immigrants from Turkey, probably soon a majority of residents of the Turkish Cypriot zone; the Turkish Cypriot wish, backed by Turkey, for a continued Turkish military guarantee; and the question of how much of the 37 per cent of the island now in Turkish hands will pass to the Greek Cypriots.

Outside powers arguably have half the keys to a Cyprus solution in their hands. EU member states in particular should do more to make a solution possible by pro-actively reassuring Turkey that its accession perspective remains open, firmly encouraging Christofias and Talat and talking up the clear advantages of settlement. They should do much more to impress on the Cypriots and regional players that complacency and cynicism must be set aside and that the hard work to prepare public opinion and workable compromises must start now. Neither Christofias or Talat has any desire to walk away from the negotiating table. The danger is that they will simply run out of time.

Nicosia/Istanbul/Brussels, 30 September 2009

Subscribe to Crisis Group’s Email Updates

Receive the best source of conflict analysis right in your inbox.