icon caret Arrow Down Arrow Left Arrow Right Arrow Up Line Camera icon set icon set Ellipsis icon set Facebook Favorite Globe Hamburger List Mail Map Marker Map Microphone Minus PDF Play Print RSS Search Share Trash Crisiswatch Alerts and Trends Box - 1080/761 Copy Twitter Video Camera  copyview Youtube
ΚΥΠΡΟΣ: ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ Ή ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ
ΚΥΠΡΟΣ: ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ Ή ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ
Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?
Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?
Report 201 / Europe & Central Asia

ΚΥΠΡΟΣ: ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ Ή ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ

  • Share
  • Save
  • Print
  • Download PDF Full Report

ΣΥΝΟΨΗ

Η τριακονταετής προσπάθεια για την επανένωση της Κύπρου μοιάζει να οδεύει προς τη λήξη της, θέτοντας ζήτημα μιας ξεκάθαρης επιλογής μεταξύ της de facto διχοτόμισης του νησιού, η οποία θα είναι προϊόν εχθρότητας, και της δημιουργίας μιας ομοσπονδίας μεταξύ ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας, οι οποίες θα συνυπάρχουν ως δύο συστατικά κράτη-μέλη. Οι περισσότεροι παρατηρητές συμφωνούν ότι το ‘παράθυρο’ της δεδομένης συγκυρίας για την επίτευξη μιας διευθέτησης δικοινοτικού, διζωνικού χαρακτήρα, θα κλείσει τον Απρίλιο του 2010, κατά τη διεξαγωγή των επόμενων εκλογών στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, όπου ο τωρινός Τουρκοκύπριος ηγέτης, ο οποίος τάσσεται ανοιχτά υπέρ της διευθέτησης, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να απολέσει τη λαϊκή εντολή προς όφελος κάποιου περισσότερο αδιάλλακτου υποψήφιου. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συναίνεση έως τότε, αυτή θα είναι η τέταρτη φορά που καθίστανται ανεπιτυχείς οι ειρηνευτικές συνομιλίες, που διεξάγονται με τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών. Επικρατεί μια γενικότερη αίσθηση, πως εφόσον οι δεδομένες ηγεσίες των δύο κοινοτήτων, οι οποίες παρουσιάζουν συγκλίσεις στον τρόπο σκέψης, καθώς και διάθεση συμβιβασμού, αδυνατούν να έλθουν σε συμφωνία για μια ομοσπονδιακή επανένωση, φαντάζει δύσκολο να βρεθεί απάντηση ως προς το ποιος μπορεί. Προς αποφυγή των δυσάρεστων συνεπειών που μια τέτοια εξέλιξη θα επιφέρει σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων θα πρέπει να εργαστούν στενά ώστε να ξεπεράσουν τον κυνισμό εντός των κοινοτήτων τους και να ολοκληρώσουν τις συνομιλίες, η Τουρκία και η Ελλάδα θα πρέπει να καταρρίψουν τα στεγανά που αποτρέπουν την επικοινωνία και με τις δύο κοινότητες στο νησί, και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να υποστηρίξουν δυναμικά την ειρηνευτική διαδικασία, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αστάθειας που πιθανόν να εκδηλωθεί στο μέλλον ως αποτέλεσμα εφησυχασμού και αποδοχής της συνέχισης της αντιπαράθεσης.

Ακόμα υφίσταται μία πραγματική ευκαιρία κατά το 2009-2010 να τεθεί τέλος στη διχοτόμηση της Κύπρου, σε συμφωνία με τις επί μακρόν καθορισμένες διαπραγματευτικές παραμέτρους μιας ομοσπονδιακής επανένωσης. Οι υπάρχουσες ηγεσίες των δυο κοινοτήτων συγκλίνουν ως προς τις θέσεις τους περισσότερο από όσο όλοι οι προκάτοχοί τους και κατά τη διάρκεια του παρελθόντος έτους έχουν διανύσει κάποια απόσταση προς την κατεύθυνση μιας ολοκληρωμένης διευθέτησης. Όμως, μια αποτυχία θα σημάνει την οριστική διχοτόμηση του νησιού, περιπλέκοντας περαιτέρω τις ευρωτουρκικές σχέσεις και προκαλώντας νέες προστριβές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, περιορισμό της συνεργασίας ΕΕ–ΝΑΤΟ, επιτάχυνση των φυγόκεντρων τάσεων, που είναι διάχυτες στην τουρκοκυπριακή πλευρά, και νέες ανησυχίες για την ευημερία και την ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων.

Η de facto διχοτόμηση του νησιού θεωρείται από πολλούς Κυπρίους ως μια ήπιας μορφής συνέχιση του status quo. Όμως, νέες δυναμικές που έχουν ήδη προκύψει μετά την είσοδο των Ελληνοκυπρίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την ονομασία ‘Κυπριακή Δημοκρατία’, διαψεύδουν την παραπάνω εκτίμηση. Οι Ελληνοκύπριοι έχουν καταστεί το πιο προφανές τεχνικό πρόσκομμα στη διαδικασία εισόδου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και έχουν ασκήσει ενθέρμως όλα τα διαθέσιμα μέσα επιρροής προς επίτευξη των εθνικών τους συμφερόντων και προς εκπλήρωση της ανάγκης για δικαιοσύνη, όπως αυτοί τα αντιλαμβάνονται. Ο εκνευρισμός της Άγκυρας συμβάλλει στην εκδήλωση προστριβών σχετικά με τα δικαιώματα ανίχνευσης πετρελαίου σε παράκτιες περιοχές, συμπεριλαμβανομένων χωρικών υδάτων διαφιλονικούμενων και από την Ελλάδα, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε κανονιοφόροι των αντιτιθέμενων μερών να βρεθούν σε ασυνήθιστη εγγύτητα. Η σημερινή, πιο δυνατή και ευημερούσα Τουρκία φαντάζει πιο έτοιμη σε σχέση με το παρελθόν να κωφεύσει στις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να διακινδυνεύσει μια μη αναστρέψιμη φθορά στη σχέση της με την τελευταία, προς χάριν του εθνικού της συμφέροντος και της δικαιοσύνης, όπως τα αντιλαμβάνεται η ίδια. Αυτή η διάσταση θα εξεταστεί εκ νέου στις συνομιλίες που θα οδηγήσουν στη Σύνοδο της ΕΕ τον Δεκέμβριο, κατά την οποία οι ηγέτες των κρατών-μελών και κυβερνήσεων (Συμβούλιο της Ευρώπης) θα πρέπει να αποφασίσουν τι θα πράξουν σχετικά με την αποτυχία της Τουρκίας να εφαρμόσει την υπογεγραμμένη υποχρέωσή της να ‘ανοίξει’ τους αερολιμένες και θαλάσσιους λιμένες της σε ελληνοκυπριακή χρήση.

Η απουσία μιας διευθέτησης θα επιφέρει και στις δύο κοινότητες, αλλά και στην Τουρκία επιβράδυνση της οικονομικής τους ανάπτυξης, αύξηση των εξοπλιστικών τους δαπανών και μείωση της διεθνούς τους αξιοπιστίας. Το παράδοξο είναι ότι σπανίως κατά το παρελθόν οι ηγεσίες των Ελληνοκυπρίων, των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας έχουν υπάρξει τόσο έτοιμες προς συμβιβασμό. Παρ’ όλα αυτά, μείζονα πηγή παρανοήσεων αποτελεί η αδυναμία των αξιωματούχων της Άγκυρας και της ελληνο-κυπριακής πλευράς να συμφωνήσουν ως προς ένα πλαίσιο απ’ ευθείας συνομιλιών. Κατά συνέπεια, φαντάζουν ανήμποροι να πιστέψουν, να εμπιστευθούν ή να κατονοήσουν την εκατέρωθεν γνήσια φιλοδοξία για διευθέτηση του ζητήματος. Αν και θα είναι δύσκολο κατά τους λίγους μήνες που απομένουν να αντιπαρέλθουν τέσσερις δεκαετίες εχθρότητας, συκοφάντισης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και απουσίας οιασδήποτε πραγματικής κοινής γνώσης, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να εργαστούν για τη γεφύρωση του χάσματος. Αν προκύψει μία δυνατή κυβέρνηση από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου στην Ελλάδα, θα βρίσκεται σε μια εξαιρετικά πλεονεκτική θέση ώστε να φέρει εγγύτερα όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, κάτι που καλείται επιτακτικά να πράξει.

Υπάρχουν ακόμα ακτίδες ελπίδας. Δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η πλειοψηφία των Κυπρίων επιθυμεί την επιτυχία των συνομιλιών, αν και παρουσιάζονται επιφυλακτικοί ως προς τις εξελίξεις. Οι διαπραγ-ματεύσεις κατά το τρέχον έτος έχουν εξελιχθεί σχετικά θετικά. Μετά την επικράτησή του, στις ελληνοκυπριακές προεδρικές εκλογές τον Φεβρουάριο του 2008, ο κ. Δημήτρης Χριστόφιας, που τίθεται υπέρ ενός συμβιβασμού, μαζί με τον Τουρκοκύπριο ομόλογό του, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, με τον οποίο συγκλίνουν ως προς τον τρόπο σκέψης, έχουν εργαστεί γύρω από σειρά ζητημάτων σε περισσότερες από 40 συναντήσεις. Ένας δεύτερος γύρος διαπραγματεύσεων ξεκίνησε θετικά στις 10 Σεπτεμβρίου 2009. Παρ’όλα αυτά, οι κύριοι Χριστόφιας και Ταλάτ θα πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο ώστε το θετικό κλίμα που επικρατεί στις συναντήσεις τους να αντικατοπτρίζεται και στις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Θα πρέπει, επίσης, να οικοδομήσουν μία κοινή στρατηγική για την έγκριση ενός σχεδίου διευθέτησης σε δημοψήφισμα που θα λάβει χώρα στις αρχές του 2010.

Οι δύο πλευρές κατά τη διάρκεια των συνομιλιών θα πρέπει να καταδείξουν προθυμία να διαπραγ-ματευθούν θέματα, τα οποία καθ’ εαυτά φαντάζουν δυσεπίλυτα. Σε αυτά περιλαμβάνονται το ζήτημα των αποζημιώσεων πολλών εκατομμυρίων ευρώ για τις ελληνοκυπριακές περιουσίες που ενδέχεται να αφορούν στα τρία τέταρτα της επικράτειας του τουρκοκυπριακού βορρά, το μέλλον των Τούρκων εποίκων, οι οποίοι σύντομα πιθανόν να αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων στην τουρκοκυπριακή πλευρά, την επιθυμία των Τουρκοκυπρίων, με την υποστήριξη της Τουρκίας, για συνέχιση της παροχής στρατιωτικών εγγυήσεων εκ μέρους της Τουρκίας, και το ερώτημα σχετικά με το τι μέρος από το 37% του νησιού, το οποίο τώρα βρίσκεται υπό τουρκικό έλεγχο, θα περάσει στα χέρια των Ελληνοκυπρίων.

Τα μισά ‘κλειδιά’ για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος βρίσκονται ευλόγως στα χέρια εξωτερικών παραγόντων. Ειδικότερα, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να εργαστούν περισσότερο ώστε να καταστήσουν την εξεύρεση μιας λύσης δυνατή, διαβεβαιώνοντας εμπράκτως την Τουρκία πως η ευρωπαϊκή προοπτική της παραμένει σταθερά ανοικτή, ενθαρρύνοντας τους κυρίους Χριστόφια και Ταλάτ, και επισημαίνοντας τα αναμφίβολα πλεονεκτήματα μιας διευθέτησης. Θα πρέπει να εργαστούν περαιτέρω ώστε να εμφυσήσουν στους Κυπρίους, όπως επίσης και σε άλλους παράγοντες στην περιοχή, την πεποίθηση ότι ο εφησυχασμός και ο κυνισμός θα πρέπει να εγκαταλειφθούν και ότι τώρα θα πρέπει να αρχίσει η μεθοδική εργασία για την προετοιμασία της κοινής γνώμης και των λειτουργικών συμβιβασμών. Κανείς από τους κυρίους Χριστόφια και Ταλάτ δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο κίνδυνος έγκειται στην εξάντληση των χρονικών περιθωρίων.  

Λευκωσία/ Κωνσταντινούπολη/ Βρυξέλλες, 30 Σεπτέμβριος 2009

Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?

Originally published in Valdai

Last weekend, the presidents of Turkey, Iran and Russia met in Ankara to discuss, among other things, the latest developments in Syria amid Turkish concerns over the consequences of a Syrian government offensive in the last rebel enclave, Idlib. 

The Russian-backed offensive against that last opposition enclave is aimed at keeping the rebels at arm’s length from the Russian air base in Latakia, re-opening the Damascus-Aleppo highway and eventually retaking the city of Idlib, the provincial capital that has been held by the rebels since 2015. As such and for the past six months, much of Idlib and its environs have been under intense attack from the Syrian Arab Army on the ground and Russian warplanes in the air. The government forces have been able to seize strategic villages, including the medieval fortress town of Qalaat al-Madiq, a major crossing point into Idlib, and the towns of Kafr Nabudah and Khan Shaykhoun. The long-dreaded offensive has left 1,089 civilians dead and 600,000 displaced.

In September 2017, the three Astana guarantors, (Turkey, Iran, and Russia), negotiated a partial ceasefire in Idlib under a “de-escalation” agreement, monitored on the opposition side through twelve Turkish military outposts deployed along a blurry deconfliction line between the rebels and government forces. A year later, a deal between Turkey and Russia, announced in the Black Sea resort of Sochi, headed off a seemingly imminent Syrian army offensive and reinforced the earlier deal. The Turkish-Russian agreement tacitly committed Turkey to oversee the withdrawal of jihadis along with all heavy weapons, tanks, rockets systems and mortars held by all rebel groups from a 15-20 km “demilitarised zone” bordering government-controlled areas, and allowed the re-opening of the Latakia-Aleppo and Damascus-Aleppo highways, which pass through Idlib.

The fate of Idlib Governorate and its three million inhabitants could be determined by the leaders of the Astana trio.

Ankara and Moscow, however, remain at odds over the interpretations of the Sochi deal and its implementation. Moscow has made clear that a de-escalation arrangement is by no means a permanent alternative to the eventual return of the state to north west Syria. On the other hand, Turkey views the deal primarily as a tool to prevent a Syrian offensive on Idlib, and preserve a “de-escalation zone” out of Syrian government control until a broader political settlement can be reached for the eight-year old Syria crisis. As such, Turkey has agreed that moderate rebel groups would be separated from radicals and the latter would lay down arms and move out of a defined demilitarised zone. However, Moscow and Ankara remain at loggerheads over which rebel groups in Idlib should be designated as terrorists. When the agreement was announced, Hai’at Tahrir al Sham (HTS), a group formerly linked to al Qaeda, controlled around 50% of Idlib Governorate; today they control almost all of it. Ankara believes that much of HTS is fundamentally pragmatic and a potential ally for eliminating radical transnational jihadists, while Russia treats HTS uniformly as a terrorist group, and describes the Sochi ceasefire as conditional upon HTS’s removal from the demilitarised zone and “separation” from the armed opposition. In terms of implementation, Turkey claims that they have successfully rolled back jihadis and cleared the demilitarized zone of all heavy weaponry. On the other hand, the Russian Ministry of Defence has stated that HTS attempted to attack Russia’s Hmeimim Airbase twelve times in April 2019 using unmanned aerial vehicles.

The fate of Idlib Governorate and its three million inhabitants could be determined by the leaders of the Astana trio. It is no secret that if Russia greenlights an all-out offensive, an opposition-led infantry ground force will not be able to stop it. Nonetheless, a military solution in Idlib would still be exceptionally costly for all parties, Russia included. Retaking Idlib militarily would strain Moscow’s relations with Turkey and would require force levels that could only inevitably lead to a bloodbath in the densely-populated province. More significantly, capturing Idlib militarily would risk scattering jihadi militants now inside Idlib across Syria, and globally, including into post-Soviet states. If Russia hopes to avoid that, it needs to consider an alternative to a catastrophic military victory.

Today, a return to the existing Sochi understanding will do little good, in part because – to acknowledge an uncomfortable reality – any agreement that is to prove sustainable needs to address the divergent views between Russia and Turkey over some of the key actors in Idlib, including HTS. Russia can help the Syrian government crush Idlib, if it so chooses, and if it is willing to absorb the grave cost of victory, including thousands of jihadis scattered across Syria and beyond. If it hopes to spare itself that cost, however, it needs to consider alternatives to a military victory, which would have grave security consequences.