icon caret Arrow Down Arrow Left Arrow Right Arrow Up Line Camera icon set icon set Ellipsis icon set Facebook Favorite Globe Hamburger List Mail Map Marker Map Microphone Minus PDF Play Print RSS Search Share Trash Crisiswatch Alerts and Trends Box - 1080/761 Copy Twitter Video Camera  copyview Youtube
Κυπροσ: Εξι Βηματα Προσ Μια Διευθετηση
Κυπροσ: Εξι Βηματα Προσ Μια Διευθετηση
New Hope for Peace in Cyprus
New Hope for Peace in Cyprus
Briefing 61 / Europe & Central Asia

Κυπροσ: Εξι Βηματα Προσ Μια Διευθετηση

  • Share
  • Save
  • Print
  • Download PDF Full Report

I. ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με τις διαπραγματεύσεις για την επανένωση της Κύπρου, οι οποίες είναι εν εξελίξει από το 2008, να βρίσκονται σε αδιέξοδο, απαιτείται η λήψη δραστικών μέτρων. Όσο το αδιέξοδο συνεχίζει να υφίσταται, το κόστος για τους Ελληνοκύπριους, τους Τουρκοκύπριους, την Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αυξάνεται. Ούτε οι Ελληνοκύπριοι ούτε οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να εκμεταλλευτούν πλήρως τις δυνατότητές τους σε ένα νησί, του οποίου το μέλλον φαντάζει διχοτομημένο, αβέβαιο, στρατoκρατούμενο και αντιμέτωπο με νέες οικονομικές δυσκολίες. Η υποψηφιότητα της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ όπως και η συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ τίθενται σε κίνδυνο. Ειδικότερα, για να αποφορτισθεί η κατάσταση στο νησί και στις Βρυξέλλες, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης από αμφότερα τα μέρη εντός του 2011 –ή και μονομερώς αν κριθεί αναγκαίο–ώστε να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη και να ικανοποιηθούν τα κύρια αιτήματα και των δύο πλευρών χωρίς να προκαταλαμβάνεται το αποτέλεσμα μιας συνολικής διευθέτησης. 


Είναι αναγκαίο να ληφθούν προσωρινά μέτρα τώρα, καθώς οι συνομιλίες υπό την καθοδήγηση του ΟΗΕ φαίνεται να οδεύουν προς ακόμα ένα μη παραγωγικό χρόνο. Κανείς δεν θέλει να φέρει το στίγμα της διακοπής των διαπραγματεύσεων, κάτι που πιθανόν να τους οδηγούσε σε ατοπήματα, ωστόσο η συνάντηση της 26ης Ιανουαρίου μεταξύ του Γενικού Γραμματέα Μπαν Κι-μουν και των ηγετών των δύο κοινοτήτων δεν σηματοδότησε κάποια νέα σύγκλιση. Το Συμβούλιο Ασφαλείας ζήτησε από τον Μπαν να υποβάλει μια έκθεση σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου, μετά την ήδη επικριτική αξιολόγηση του Νοεμβρίου του 2010. Οι ελληνοκυπριακές βουλευτικές εκλογές του Μαΐου καθώς και οι τουρκικές γενικές εκλογές του Ιουνίου είναι πιθανόν να καθυστερήσουν την πρόοδο προς μια ολοκληρωμένη διευθέτηση. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό, που συνεχίζονται επί δεκαετίες, τυπικά διακόπηκαν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.


Η πάροδος του χρόνου καθιστά ακόμη δυσκολότερη την επανένωση του νησιού, το οποίο παραμένει πολιτικά διαιρεμένο από το 1963 όταν οι Ελληνοκύπριοι κατέλαβαν την εξουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και στρατιωτικά διαιρεμένο από την τουρκική εισβολή του 1974 από την οποία προέκυψε η τουρκοκυπριακή ζώνη στο βόρειο τρίτο του νησιού. Μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, οι θέσεις των δύο πλευρών παρουσιάζουν σημαντική απόκλιση ακόμη και στο νόημα του κοινού στόχου μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Παρόλο που επικρατεί ειρήνη και σχετική ελευθερία για την ανάπτυξη δεσμών μεταξύ των δύο πλευρών από το 2003, οι εμπορικές συναλλαγές και οι επισκέψεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων μέσω της Πράσινης Γραμμής μειώνονται.


Η απουσία μιας διευθέτησης είναι επιζήμια για τα συμφέροντα όλων των πλευρών και διατηρεί την απογοήτευση σε υψηλά επίπεδα. Περισσότεροι από 200.000 Κύπριοι είναι ακόμη εσωτερικά εκτοπισμένοι (ΕΕΠ) ενώ ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός τουρκικών στρατευμάτων παραμένει στο νησί. Λίγοι εκτός της στρατιωτικής ηγεσίας στην Άγκυρα γνωρίζουν αν πρόκειται για 21.000 στρατιώτες, όπως υποστηρίζει η Τουρκία, ή 43.000, όπως υποστηρίζουν οι Ελληνοκύπριοι – μια διχογνωμία που αποτελεί απλώς μία από τις πολλές ενδείξεις δυσπιστίας και απουσίας πληροφόρησης. Οι Τουρκοκύπριοι είναι απομονωμένοι από την ΕΕ, και στερούνται των μέσων για απευθείας εμπορικές συναλλαγές ή μετακινήσεις, παρόλο που είναι πολίτες της ΕΕ. Οι Ελληνοκύπριοι από το 2004 και έκτοτε έχουν χρησιμοποιήσει την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ για να οδηγήσουν τις ευρω-τουρκικές σχέσεις σε τέλμα, μπλοκάροντας τα μισά από τα κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας.


Η Crisis Group έχει λεπτομερώς παρουσιάσει από το 2006 σε τέσσερις εκθέσεις της πώς θα μπορούσαν να συγκλίνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα 1.1 εκατομμυρίου Κυπρίων και τρίτων εμπλεκόμενων μερών μέσω μιας συνολικής πολιτικής διευθέτησης. Αυτό παραμένει το ιδανικότερο σενάριο, εφόσον όμως δε διαφαίνεται μια τέτοια εξέλιξη μέσα στους επόμενους μήνες, οι δύο πλευρές θα πρέπει να προχωρήσουν, όπως παρουσιάζεται παρακάτω, μέσα από μονομερείς ενέργειες, καθεμιά από τις οποίες μπορεί να συμβάλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης και να βοηθήσει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος περισσότερο ευνοϊκού για την επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας:

  • Η Τουρκία θα πρέπει να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της σε ελληνοκυπριακή χρήση, εκπληρώνοντας την υποχρέωση που πηγάζει από την υπογραφή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου το 2005 για την Τελωνειακή Ένωση με την ΕΕ, και να επιτρέψει στα ελληνοκυπριακά αεροσκάφη να διασχίζουν τον εναέριο χώρο της. 
     
  • Οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να επιτρέψουν το άνοιγμα του λιμανιού της Αμμοχώστου για διεξαγωγή κυπριακού (συμπεριλαμβανομένου και τουρκοκυπριακού) εμπορίου με την ΕΕ, υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση και επίβλεψη της ΕΕ∙ να σταματήσουν την πρακτική μπλοκαρίσματος κεφαλαίων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας∙ και σε περίπτωση έναρξης εμπορικών συναλλαγών με την Τουρκία, εφόσον η τελευταία εφαρμόσει το Πρόσθετο Πρωτόκολλο, να προχωρήσουν στο άνοιγμα της Πράσινης Γραμμής για τα τουρκικά προϊόντα, ώστε να μπορούν έτσι να επωφεληθούν και οι Τουρκοκύπριοι. 
     
  • Η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να επιστρέψουν στους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες τις περιουσίες που βρίσκονται στο ελεγχόμενο από τον τουρκικό στρατό θέρετρο-φάντασμα των Βαρωσίων, που θα υπόκειται προσωρινά στον έλεγχο του ΟΗΕ, ο οποίος θα επιτηρεί την ανοικοδόμηση της περιοχής. 
     
  • Οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να επιτρέψουν τη διεξαγωγή ναυλωμένων πτήσεων προς το αεροδρόμιο Ερτζάν στην τουρκοκυπριακή ζώνη, υπό την επιτήρηση της ΕΕ.
     
  • Η Τουρκία, η Ελλάδα, το Ην. Βασίλειο και οι δύο κυπριακές κοινότητες θα πρέπει να θέσουν σε λειτουργία ένα μηχανισμό για να εξακριβωθεί ο αριθμός των στρατευμάτων που βρίσκονται στο νησί. Παρομοίως, η τουρκοκυπριακή ηγεσία πρέπει να οργανώσει μαζί με τους Ελληνοκύπριους την απογραφή του πληθυσμού για να διαπιστωθεί ο ακριβής πληθυσμός του νησιού και το νομικό καθεστώς των κατοίκων του.
     
  • Οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να συνεργαστούν με τους τουρκοκυπριακούς διοικητικούς φορείς όσο θα εκκρεμεί η εξεύρεση πολιτικής λύσης. Τούρκοι αξιωματούχοι θα πρέπει να συναντηθούν με Ελληνοκύπριους αξιωματού-χους και οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να στηρίξουν την προσπάθεια αυτή. 
     
  • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ευρωπαϊκή Προεδρία, θα πρέπει να συνεχίσει να κινείται ως ειλικρινής διαμεσολαβητής για να εξασφαλίσει μια συμφωνία επί των προσωρινών μέτρων. Οι ηγέτες των κρατών-μελών της ΕΕ θα πρέπει να αποφεύγουν τις φορτισμένες δηλώσεις ενόσω οι συνομιλίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ είναι σε εξέλιξη και ενώ κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν κωλυσιεργεί εμφανώς.

Τα βήματα αυτά είναι προς το συμφέρον όλων και θα πρέπει να ληφθούν μονομερώς από τα εμπλεκόμενα μέρη που διαθέτουν τα μέσα να το πράξουν∙ τέτοια βήματα δεν θα πρέπει να μετατίθενται για το μέλλον ούτε να εξαρτώνται αποκλειστικά από την επίτευξη μιας συμφωνίας και την ένδειξη αμοιβαιότητας. Μερικά από αυτά είναι ήδη γνωστά αλλά δεν έτυχαν εφαρμογής, καθώς αποτελούσαν μέρος διαπραγματεύσεων υψηλού επιπέδου, με κάθε πλευρά να αξιώνει ένα δικό της βήμα να αντιστοιχεί σε δύο των αντιπάλων της. Στο γενικότερο πλαίσιο του Κυπριακού τα πακέτα συμφωνιών έχουν περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας. Μόλις πρόσφατα, κατά το τελευταίο τετράμηνο του 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Βελγική Προεδρία προσπάθησαν να μεσολαβήσουν για επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας για ένα σταδιακό άνοιγμα της θαλάσσιας και εναέριας κυκλοφορίας. Αυτή η προσπάθεια θα πρέπει να συνεχιστεί και κατά τη διάρκεια της Ουγγρικής Προεδρίας. Πρόκειται για μονομερείς ενέργειες, οι οποίες έχουν αποδώσει στο παρελθόν, όπως η απόφαση των Τούρκων και των Τουρκοκυπρίων το 2003 να ανοίξουν διόδους στα σύνορα, ώστε να μπορούν οι Κύπριοι να μετακινούνται ελεύθερα, και οι αποφάσεις των Ελληνοκυπρίων από το 2004 και έκτοτε να προσφέρουν σε μεμονωμένους Τουρκοκύπριους που ζουν στο βορρά κάποια δικαιώματα υπηκοότητας, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθε-ρης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης το 2003 και της χορήγησης διαβατηρίων της ΕΕ από το 2004.


Τα προτεινόμενα βήματα θα μπορούσαν να καλύψουν γνωστές ανάγκες των δύο κοινοτήτων και, χωρίς να υπονομεύουν τους στόχους κανενός από τα εμπλεκόμενα μέρη, να ανοίξουν το δρόμο για επιτυχείς διαπραγματεύσεις. Δεν θα προκαταλάμβαναν την τελική έκβαση των συνομιλιών, ή το πολυσυζητημένο ζήτημα του καθεστώτος, αλλά θα συνέβαλαν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης, η έλλειψη της οποίας αποτελεί τη βασική αιτία για το αδιέξοδο που υπάρχει εδώ και τρεισήμισι δεκαετίες. Σε κάποιες περιπτώσεις θα εκπλήρωναν ήδη υπάρχουσες υποσχέσεις, όπως η υποχρέωση της Τουρκίας να ανοίξει το θαλάσσιο χώρο και τα αεροδρόμιά της σε ελληνοκυπριακή χρήση, η υπόσχεση της ΕΕ για απευθείας εμπόριο με τους Τουρκοκύπριους και η συμφωνία της Τουρκίας για επιστροφή των περιουσιών που βρίσκονται στα Βαρώσια πριν από μια διευθέτηση.


Αν διατηρηθεί το υφιστάμενο status quo, οι Ελληνοκύπριοι θα διαπιστώσουν πως η απόρριψη του ειρηνευτικού σχεδίου του ΟΗΕ το 2004, το οποίο απολάμβανε τη στήριξη της ΕΕ, οδήγησε στη βαθύτερη διχοτόμηση του νησιού∙ οι Τουρκοκύπριοι ότι η επιλογή τους να εκλέξουν έναν σκληροπυρηνικό εθνικιστή για Πρόεδρο τον Απρίλιο του 2010 καθιστά την επικράτειά τους κάτι παραπάνω από επαρχία της Τουρκίας∙ η Άγκυρα ότι η αποτυχία της να έλθει σε συμφωνία με τους Ελληνοκύπριους θα παγώσει την ένταξή της στην ΕΕ, μια εξέλιξη επιζήμια για την μεταρρυθμιστική ατζέντα της, την ευημερία της και την περιφερειακή ελκυστικότητά της∙ και η Ελλάδα ότι είναι καταδικασμένη σε υψηλούς προϋπολογισμούς για την άμυνά της και σε αόριστες εντάσεις με την Τουρκία για την οριοθέτηση του Αιγαίου. Τέλος, η ΕΕ θα διαπιστώσει ότι η ήπια ισχύς της περιορίζεται από την έλλειψη μιας υγιούς σχέσης με τον πιο σημαντικό μουσουλμανικό εταίρο της και ότι η Κύπρος θα παραμείνει ένα ενοχλητικό σύμβολο της έλλειψης ικανότητας να τερματίσει την πολιτική και στρατιωτική διχοτόμηση ακόμη και ενός κράτους μέλους.
 

Λευκωσία/Κωνσταντινούπολη/Βρυξέλλες, 22 Φεβρουαρίου 2011

Op-Ed / Europe & Central Asia

New Hope for Peace in Cyprus

Originally published in The Majalla

As a new round of talks started on February 11, 2014 between Nicos Anastasiades and Derviş Eroğlu—respectively the leaders of Cyprus’s Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities—cynicism is rife among ordinary Cypriots. Most people think it will take a miracle of some kind to reach a settlement anytime soon.

This is due to a number of reasons: The four-month delay in starting the talks over what were widely seen as pedantic details, the disappointment of high hopes invested in the 2008–12 talks, and the failure of the 2004 Annan Plan, which was accepted by 65 percent of Turkish Cypriots and most of the international community but rejected by 76 percent of Greek Cypriots.

After all, the goal of the talks, a bi-zonal, bi-communal federation for Cyprus, is not new; the UN-facilitated parameters are much the same, and many of those involved in the talks are veteran negotiators. The process now started is in large part an attempt to revive the round of talks held between 2008–12, itself the fifth major round in nearly four decades.

Three new aspects have, however, excited some diplomatic hopes. The first is that Anastasiades, who was elected as president of the Republic of Cyprus a year ago, has made it clear he is seeking a light federal structure for any new republic, with constituent entities controlling their own borders and citizens having no contact with the central federation government in their daily lives. This is a more realistic approach than that of his predecessors and is more likely to lead to a settlement with the Turkish Cypriots, who are keen to keep as much power in their constituent entity as possible.

The second novelty is that the Greek Cypriot and Turkish Cypriot chief negotiators will soon visit Ankara and Athens respectively, opening up a vital new channel of communication. Especially on the Greek Cypriot–Ankara axis, a lack of trust, and an inability to see that the other side really does want a deal, has long held back progress.

The third new aspect is that the United States has taken a leading role in pressing for this round of talks to start. One reason is the increasingly active world of east Mediterranean energy politics. An American company, Noble Energy, is the main operator working to extract natural gas from deposits discovered in the eastern Mediterranean over the past decade. The most commercial deposits have so far been found in Israeli waters, but there is significant potential in offshore Cyprus too.

The cheapest, quickest, most secure and profitable way to get this gas to market is probably by pipeline to Turkey. But such a pipeline would have to pass through Cyprus’s Exclusive Economic Zone, and a senior Greek Cypriot official tells us there is no chance Nicosia will allow that to happen before a Cyprus settlement is agreed, or, at the least, before there is a very good prospect of one. And if a settlement doesn’t materialize quickly, energy experts say the Israeli developers will choose a more expensive, but more certain, alternative export method, such as a floating terminal that freezes and liquefies the gas to load into tankers.

The US is interested in supporting Israel as its ally appears to seek an insurance policy against Middle East turbulence by building a stronger line to the European Union through closer ties with Cyprus, Turkey and Greece. A gas pipeline linking three or four of these countries would be one way of reinforcing such a strategy. US mediation since March 2013 is also now close to resolving the crisis of confidence between Israel and Turkey.

The best confidence-building measure to help the talks along their way would be for Turkey simply to extend its EU Customs Union to the Greek Cypriots, a measure that was already fully negotiated back in 2005 and is known as the Additional Protocol to the Ankara Agreement. It has been blocked for political reasons in Ankara, partly as a sanction against Greek Cypriots but also because Turkey lost interest in actively pursuing EU membership.

Ratifying the Additional Protocol would be a leap forward on several tracks: it would normalize trade with Greek Cypriots, helping their economy, which was shattered in 2013 by a financial-sector meltdown, and change their perceptions of Turkey; it would clear the principal obstacle to opening fourteen of Turkey’s thirty-five negotiating chapters with the EU; it would almost certainly result in Turkish Cypriots winning tax-free “direct trade” with the EU; and it would greatly improve the atmosphere of the Cyprus settlement talks.

Turkey has shown no sign of doing any of this yet. But, after years of neglecting Cyprus and its EU accession process, Turkey has now announced that 2014 will be a &lsquoYear of Europe.’ In January, Prime Minister Recep Tayyip Erdoğan visited Brussels for the first time in five years and his foreign minister, Ahmet Davutoğlu, played a crucial part in pushing forward the beginning of this new round of Cyprus talks. Such moves may partly be to shore up domestic popularity after a bumpy year, but they are steps in a positive direction.

Turkey should also undertake sustained outreach to Greek Cypriots. This was successful in 2010, when Prime Minister Erdoğan invited to Istanbul a group of former Greek Cypriot officials, journalists and civil society activists. At the meeting, they were wowed by his repeated assurances that he wanted to do a deal on Cyprus. This visibly began to neutralize one of the most important drivers of the Cyprus dispute: institutionalized Greek Cypriot fear of the intentions of their far bigger and more powerful neighbor.

While all sides would benefit from a settlement—any settlement—failure to make the politically painful compromises necessary to reach an outcome quickly will deepen the de facto partition of the island. Indeed, the level of disconnection between the two communities already looks almost irreversible. Lack of a settlement will leave Greek Cypriots isolated and poorer on the far eastern tip of the EU; Turkish Cypriots will remain stranded with little way to escape integration into Turkey; and NATO-member Turkey will be burdened with, at best, a frozen EU accession process and the steady drain on its resources of propping up the Turkish Cypriot administration. Myriad regional benefits will also likely stay stuck: the EU and NATO will remain unable to share assets; east Mediterranean natural gas will remain orphaned from its most lucrative market in Turkey; and Greece and Turkey will most likely fail to solve their expensive maritime-boundaries dispute in the Aegean.