icon caret Arrow Down Arrow Left Arrow Right Arrow Up Line Camera icon set icon set Ellipsis icon set Facebook Favorite Globe Hamburger List Mail Map Marker Map Microphone Minus PDF Play Print RSS Search Share Trash Crisiswatch Alerts and Trends Box - 1080/761 Copy Twitter Video Camera  copyview Youtube
Το δωρο της Αφροδιτης: μπορει το κυπριακο φυσικο αεριο να ενεργοποιησει εναν νεο διαλογο
Το δωρο της Αφροδιτης: μπορει το κυπριακο φυσικο αεριο να ενεργοποιησει εναν νεο διαλογο
Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?
Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?
Report 216 / Europe & Central Asia

Το δωρο της Αφροδιτης: μπορει το κυπριακο φυσικο αεριο να ενεργοποιησει εναν νεο διαλογο

  • Share
  • Save
  • Print
  • Download PDF Full Report

Συνοψη

Οι εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο αυξήθηκαν προς το τέλος του 2011, όταν οι Ελληνοκύπριοι άρχισαν μονομερώς εξορύξεις στις πλούσιες σε υδρογονάνθρακες παράκτιες περιοχές τους, με την Τουρκία να απαντά με σκληρή κριτική και απειλητικές κινήσεις του στόλου της. Τα αμφισβητούμενα θαλάσσια σύνορα και οι έρευνες για φυσικό αέριο γύρω από το διχοτομημένο νησί αποτελούν τις πηγές της πρόσφατης διένεξης, ωστόσο ένταση προκαλείται επίσης και από την επιβράδυνση των συνομιλιών για την επανένωση της Κύπρου, οι οποίες διεξάγονται με τη διαμεσολάβηση του ΟΗΕ. Υπάρχει ανάγκη για αλλαγή προσέγγισης. Η ύπαρξη φυσικού αερίου μπορεί να απομακρύνει περαιτέρω τις δύο κοινότητες και να αυξήσει την ένταση μεταξύ τους ή μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για τους αξιωματούχους όλων των πλευρών, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης, να συνομιλήσουν και να καταλήξουν σε συμφωνία για την εκμετάλλευση και διακίνηση του νέου αυτού ευρήματος.

Ένα χρόνο νωρίτερα, όταν οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό βρίσκονταν ήδη σε αδιέξοδο, η Crisis Group πρότεινε έξι βήματα για να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη και να διευκολυνθεί η δημιουργία ενός κλίματος πρόσφορου για την επίτευξη μιας γενικότερης συμφωνίας. Κανένα από αυτά δεν εφαρμόστηκε· αντ’ αυτού οι συνομιλίες πάγωσαν και η εμπιστοσύνη μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών μειώθηκε περαιτέρω. Όπως γράψαμε και το Φεβρουάριο του 2011, ούτε οι Ελληνοκύπριοι ούτε οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να εκμεταλλευτούν πλήρως τις δυνατότητές τους σε ένα νησί με αβέβαιο μέλλον, διαιρεμένο, στρατιωτικοποιημένο και αντιμέτωπο με νέες οικονομικές δυσκολίες. Οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) βρίσκονται σε κίνδυνο, ενώ καθώς η Κύπρος είναι εκτός ΝΑΤΟ και η Τουρκία εντός, οι διενέξεις τους συνεχίζουν να υπονομεύουν τη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ. Η έναρξη εξορύξεων στα παράκτια του νησιού το Σεπτέμβριο του 2011 έχει εντείνει αυτούς τους κινδύνους.

Το Σεπτέμβριο του 2011, η Κυπριακή Δημοκρατία, με τη βοήθεια της Noble Energy Inc., η οποία εδρεύει στις ΗΠΑ, ξεκίνησε παράκτιες εξορύξεις στα νότια του νησιού και ανακάλυψε σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου στο οικόπεδο Αφροδίτη, από όπου ξεκίνησε η εξόρυξη. Είναι πιθανό να εντοπισθούν κι άλλα αποθέματα, ενώ το Φεβρουάριο του 2012 υπήρξε νέα πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τα εναπομείναντα οικόπεδα. Η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρεί πως έχει το κυριαρχικό δικαίωμα να προχωρήσει σε εξορύξεις στην αποκλειστική οικονομική της ζώνη (ΑΟΖ), η οποία έχει οριοθετηθεί μέσω συνθηκών με την Αίγυπτο, το Λίβανο και το Ισραήλ, αλλά όχι και με την Τουρκία, τη Συρία ή την Ελλάδα. Αυτό που περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση είναι το γεγονός ότι το 30% της εταιρείας Noble Energy ανήκει σε ισραηλινά συμφέροντα και το οικόπεδο Αφροδίτη εμπίπτει εν μέρει στην ΑΟΖ του Ισραήλ. Τελευταία έχουν σημειωθεί εντάσεις στις σχέσεις της Τουρκίας τόσο με την Κύπρο όσο και με το Ισραήλ, που πρόσφατα υπέγραψαν συμφωνίες άμυνας και συνεργασίας.

Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και αμφισβητεί το δικαίωμά της να προχωρήσει σε συμφωνίες σχετικά με την ΑΟΖ ή να αξιοποιήσει μονομερώς τους φυσικούς της πόρους μέχρι να υπάρξει μια συνολική διευθέτηση. Ισχυρίζεται ότι η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση δεν αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων ή ενός ενωμένου νησιού, αντικρούει τους ισχυρισμούς των Ελληνοκυπρίων για αποκλειστική κυριαρχία, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα της κυριαρχίας είναι υπό διαπραγμάτευση στις τρέχουσες συνομιλίες, και επικαλείται την ιδιότητά της ως εγγυήτριας δύναμης σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 για να προστατεύσει τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Συνεπώς, η κίνηση για εξόρυξη από πλευράς των Ελλληνοκυπρίων προκάλεσε δριμεία αντίδραση, με την Άγκυρα να στέλνει πλοία κοντά σε ελληνοκυπριακές εγκαταστάσεις, να υπογράφει συμφωνίες καθορισμού θαλάσσιων συνόρων με τους Τουρκοκύπριους, να καθορίζει την υφαλοκρηπίδα μεταξύ των τουρκικών ακτών και του βορείου τμήματος του νησιού, να ξεκινά δικές της εξορύξεις φυσικού αερίου στα ανοιχτά της Κύπρου, και να ανακοινώνει ότι θα προχωρήσει σε χερσαίες εξορύξεις στο βόρειο τμήμα του νησιού για λογαριασμό των Τουρκοκυπρίων.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει το κυριαρχικό δικαίωμα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης φυσικών πόρων που βρίσκονται εντός των θαλασσίων της ζωνών, έχει έντονη οικονομική ανάγκη για νέες πηγές εσόδων, και μπορεί δικαιολογημένα να διαμαρτύρεται για τις τουρκικές ενέργειες και απειλές. Παρόλα αυτά, η μονομερής έναρξη ερευνών εκ μέρους της συνιστά παραβίαση της δέσμευσής της να μοιράζεται τους φυσικούς πόρους και υπονομεύει τις ήδη εύθραυστες συνομιλίες για την επανένωση. Οι αόριστες ελληνοκυπριακές υποσχέσεις για καταμερισμό των εσόδων από την εξόρυξη φυσικού αερίου στο μέλλον δεν ικανοποιούν την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ωστόσο, η τελευταία καθώς και η Τουρκία, αντιδρούν προκλητικά και ενάντια στο πνεύμα των συνομιλιών όταν υπογράφουν συμφωνία για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και προβαίνουν σε έρευνες και εξόρυξη. Η Τουρκία, με τη μακριά ακτογραμμή της, ευλόγως ανησυχεί ότι μπορεί να απολέσει το μερίδιο που δικαιούται στις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου, σε περίπτωση που η Κυπριακή Δημοκρατία, και πιθανώς η Ελλάδα, ορίσουν τις ΑΟΖ τους· ωστόσο η Άγκυρα θα πρέπει να σταματήσει να αρνείται το διάλογο και να προσεγγίσει τους Ελληνοκύπριους για να υποστηρίξει τις διεκδικήσεις της.

Οι Ελληνοκύπριοι υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να αποφασίσουν σύντομα για το πώς θα μεταφερθεί φυσικό αέριο. Το να διοχετευθεί το κυπριακό αέριο στην Τουρκία και από κει στην ΕΕ θα ήταν μια πολύ καλύτερη επιλογή, σε πολιτικό και πιθανότατα και σε οικονομικό επίπεδο. Αυτό είναι εξαιρετικό απίθανο υπό τις παρούσες συνθήκες, πράγμα που σημαίνει ότι οι Ελληνοκύπριοι πιθανόν να επιλέξουν την πιο ακριβή εναλλακτική λύση της υγροποίησης του φυσικού αερίου (ΥΦΑ), παρακάμπτοντας την Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους. Ωστόσο, οι επιπλέον κίνδυνοι που σχετίζονται με την άλυτη διένεξη θα καταστήσουν τη χρηματοδότηση ενός σχεδίου ΥΦΑ πιο δαπανηρή, και την εξεύρεση αγορών πιο δύσκολη, ενώ οι τουρκικές απειλές πιθανόν να κρατήσουν τις περισσότερες μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες σε απόσταση∙ εξάλλου, δεν υπάρχει ακόμη αρκετό κυπριακό φυσικό αέριο για να καταστεί οποιαδήποτε εγκατάσταση ΥΦΑ πραγματικά επικερδής ενώ φαίνεται απίθανο να υπάρξουν επιπλέον ποσότητες αερίου από το Ισραήλ. Ενεργειακοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι συνθήκες αυτές θα οδηγήσουν σε μεγάλες καθυστερήσεις.

Η προοπτική συνέχισης αυτής της δαπανηρής τακτικής του ‘μία σου και μία μου’ θα πρέπει να οδηγήσει τα εμπλεκόμενα μέρη σε μια εκ νέου δέσμευση για μια ολοκληρωμένη διευθέτηση με στόχο την επανένωση του νησιού, το οποίο είναι διαιρεμένο πολιτικά από το 1963, όταν οι Ελληνοκύπριοι κατέκτησαν τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στρατιωτικά από το 1974 μετά την τουρκική εισβολή, η οποία δημιούργησε μια τουρκοκυπριακή ζώνη που περιλαμβάνει το βόρειο τρίτο του νησιού. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έχουν συμφωνήσει ότι οι φυσικοί πόροι και οι διεθνείς συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων που οριοθετούν τα θαλάσσια σύνορα, θα αποτελούν ομοσπονδιακή αρμοδιότητα σε ένα επανενωμένο νησί. Ωστόσο, δεν είναι πιθανό κατά τη διάρκεια του επόμενου χρόνου να σημειωθεί πρόοδος στις συνομιλίες που διεξάγονται με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ. Ο ΟΗΕ, η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι βλέπουν ως φυσική προθεσμία την 1 Ιουλίου του 2012, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία αναλάβει την εκ περιτροπής προεδρία της ΕΕ. Η επίτευξη ενός ουσιαστικού συμβιβασμού φαντάζει ακόμη πιο απίθανη τώρα που ο ελληνοκυπριακός πολιτικός κόσμος είναι απασχολημένος με τις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 2013.

Ακόμα και αν δεν επιτευχθεί μια συνολική διευθέτηση του Κυπριακού, τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να επανεξετάσουν τα ενδεχόμενα οφέλη που απορρέουν από ανεξάρτητες κινήσεις οικοδόμησης εμπιστοσύνης, να αναζητήσουν αμοιβαία πλεονεκτήματα και να αποτρέψουν την περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης, προβαίνοντας στα ακόλουθα βήματα σχετικά με το ενεργειακό ζήτημα:

  • Η ελληνοκυπριακή ηγεσία θα πρέπει να δεσμευτεί ότι θα μοιραστεί με τους Τουρκοκύπριους το 20% των καθαρών εσόδων ή του ίδιου του φυσικού αερίου από τα παράκτια κοιτάσματα υδρογονανθράκων, πιθανώς μέσω ενός μηχανισμού ο οποίος θα επιβλέπεται από τον ΟΗΕ, με την προϋπόθεση ότι και τα δύο μέρη παραμένουν επισήμως προσηλωμένα στην επανένωση του νησιού. Οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να δεσμευθούν ότι θα μοιραστούν με τους Ελληνοκύπριους ένα αντίστοιχο μέρος των δικών τους εσόδων από την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, που θα προκύψουν από τις δικές τους δραστηριότητες εξόρυξης, οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη.
     
  • Οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να συμφωνήσουν με τους Τουρκοκύπριους για τη δημιουργία μιας δικοινοτικής, ad hoc συμβουλευτικής επιτροπής όπου θα συζητηθούν τα ενεργειακά ζητήματα και θα καθοριστεί η πιθανή οικιακή και βιομηχανική χρήση του φυσικού αερίου σε όλο το νησί.
     
  • Η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να σταματήσουν να χρησιμοποιούν ρητορική απειλών, και να απέχουν από απειλητικές κινήσεις του στόλου τους εντός της ΑΟΖ του νησιού, ακόμα και αν αμφισβητούν τα όριά της· και θα πρέπει επισήμως να δεσμευθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την εξόρυξη, ούτε θα αναλάβουν οι ίδιοι εξορυκτική δραστηριότητα σε οικόπεδα υδρογονανθράκων που βρίσκονται εντός αυτών των υδάτων, συμπεριλαμβανομένων του νέου οικοπέδου Αφροδίτη και των περιοχών δυτικά της Κύπρου, έως ότου υπάρξει κάποια διευθέτηση.

Σε περίπτωση που δημιουργηθεί ένα βασικό περιβάλλον διαλόγου:

  • Η Τουρκία και η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να συμφωνήσουν, πιθανόν με τη διαμεσολάβηση τρίτων, ότι θα συζητήσουν τα ενεργειακά ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου, χωρίς προκατάληψη για τις συνομιλίες που διεξάγονται με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ ή για όποια επίσημη αναγνώριση προκύψει από μια διευθέτηση. Θα πρέπει να εξετάσουν αν είναι δυνατόν να κατασκευαστεί, ενδεχομένως με συνεργασία των δύο μερών, ένας αγωγός δια του οποίου το φυσικό αέριο θα εξάγεται στην Τουρκία, και από εκεί στην Ευρώπη, συνεργασία που θα διέπεται από ισχυρούς όρους υπό τη δεσμευτική διαιτησία ενός τρίτου μέρους.
     
  • Η Τουρκία, η Κύπρος και η Ελλάδα θα πρέπει να συμφωνήσουν ότι θα συζητήσουν τις διεκδικήσεις τους σχετικά με τις ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο στο Διεθνές Δικαστήριο (ΔΔ) ή σε κάποιο διαιτητικό δικαστήριο.

Η συνεργασία για την εκμετάλλευση των σημαντικών αποθεμάτων φυσικού αερίου, το οποίο οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες αναγνωρίζουν ως κοινή κληρονομιά, θα μπορούσε να συμβάλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης χωρίς να επηρεάζεται το τελικό αποτέλεσμα των συνομιλιών για μια συνολική διευθέτηση στο νησί. Αν τα εμπλεκόμενα μέρη συνεχίσουν να προχωρούν σε μονομερείς ενέργειες, οι εντάσεις θα αυξηθούν, όπως και η πιθανότητα ατυχημάτων, ενώ οι Τούρκοι και οι Ελληνοκύπριοι θα εισέλθουν σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Λευκωσία/ Κωνσταντινούπολη/Βρυξέλλες,

2 Απριλίου 2012

Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?

Originally published in Valdai

Last weekend, the presidents of Turkey, Iran and Russia met in Ankara to discuss, among other things, the latest developments in Syria amid Turkish concerns over the consequences of a Syrian government offensive in the last rebel enclave, Idlib. 

The Russian-backed offensive against that last opposition enclave is aimed at keeping the rebels at arm’s length from the Russian air base in Latakia, re-opening the Damascus-Aleppo highway and eventually retaking the city of Idlib, the provincial capital that has been held by the rebels since 2015. As such and for the past six months, much of Idlib and its environs have been under intense attack from the Syrian Arab Army on the ground and Russian warplanes in the air. The government forces have been able to seize strategic villages, including the medieval fortress town of Qalaat al-Madiq, a major crossing point into Idlib, and the towns of Kafr Nabudah and Khan Shaykhoun. The long-dreaded offensive has left 1,089 civilians dead and 600,000 displaced.

In September 2017, the three Astana guarantors, (Turkey, Iran, and Russia), negotiated a partial ceasefire in Idlib under a “de-escalation” agreement, monitored on the opposition side through twelve Turkish military outposts deployed along a blurry deconfliction line between the rebels and government forces. A year later, a deal between Turkey and Russia, announced in the Black Sea resort of Sochi, headed off a seemingly imminent Syrian army offensive and reinforced the earlier deal. The Turkish-Russian agreement tacitly committed Turkey to oversee the withdrawal of jihadis along with all heavy weapons, tanks, rockets systems and mortars held by all rebel groups from a 15-20 km “demilitarised zone” bordering government-controlled areas, and allowed the re-opening of the Latakia-Aleppo and Damascus-Aleppo highways, which pass through Idlib.

The fate of Idlib Governorate and its three million inhabitants could be determined by the leaders of the Astana trio.

Ankara and Moscow, however, remain at odds over the interpretations of the Sochi deal and its implementation. Moscow has made clear that a de-escalation arrangement is by no means a permanent alternative to the eventual return of the state to north west Syria. On the other hand, Turkey views the deal primarily as a tool to prevent a Syrian offensive on Idlib, and preserve a “de-escalation zone” out of Syrian government control until a broader political settlement can be reached for the eight-year old Syria crisis. As such, Turkey has agreed that moderate rebel groups would be separated from radicals and the latter would lay down arms and move out of a defined demilitarised zone. However, Moscow and Ankara remain at loggerheads over which rebel groups in Idlib should be designated as terrorists. When the agreement was announced, Hai’at Tahrir al Sham (HTS), a group formerly linked to al Qaeda, controlled around 50% of Idlib Governorate; today they control almost all of it. Ankara believes that much of HTS is fundamentally pragmatic and a potential ally for eliminating radical transnational jihadists, while Russia treats HTS uniformly as a terrorist group, and describes the Sochi ceasefire as conditional upon HTS’s removal from the demilitarised zone and “separation” from the armed opposition. In terms of implementation, Turkey claims that they have successfully rolled back jihadis and cleared the demilitarized zone of all heavy weaponry. On the other hand, the Russian Ministry of Defence has stated that HTS attempted to attack Russia’s Hmeimim Airbase twelve times in April 2019 using unmanned aerial vehicles.

The fate of Idlib Governorate and its three million inhabitants could be determined by the leaders of the Astana trio. It is no secret that if Russia greenlights an all-out offensive, an opposition-led infantry ground force will not be able to stop it. Nonetheless, a military solution in Idlib would still be exceptionally costly for all parties, Russia included. Retaking Idlib militarily would strain Moscow’s relations with Turkey and would require force levels that could only inevitably lead to a bloodbath in the densely-populated province. More significantly, capturing Idlib militarily would risk scattering jihadi militants now inside Idlib across Syria, and globally, including into post-Soviet states. If Russia hopes to avoid that, it needs to consider an alternative to a catastrophic military victory.

Today, a return to the existing Sochi understanding will do little good, in part because – to acknowledge an uncomfortable reality – any agreement that is to prove sustainable needs to address the divergent views between Russia and Turkey over some of the key actors in Idlib, including HTS. Russia can help the Syrian government crush Idlib, if it so chooses, and if it is willing to absorb the grave cost of victory, including thousands of jihadis scattered across Syria and beyond. If it hopes to spare itself that cost, however, it needs to consider alternatives to a military victory, which would have grave security consequences.