Το Αδιέξοδο της Κύπρου - Το Επόμενο Βήμα
Το Αδιέξοδο της Κύπρου - Το Επόμενο Βήμα
Table of Contents
  1. Executive Summary
Fresh Thinking Needed on Cyprus
Fresh Thinking Needed on Cyprus
Report 171 / Europe & Central Asia

Το Αδιέξοδο της Κύπρου - Το Επόμενο Βήμα

  • Share
  • Save
  • Print
  • Download PDF Full Report

ΣΥΝΟΨΗ

Ο τελευταίος γύρος της παρατεταμένης ειρηνευτικής διαδικασίας για την επίτευξη λύσης του Κυπριακού προβλήματος έληξε τον Απρίλιο του 2004, όταν η ελληνοκυπριακή κοινότητα, η οποία επί μακρόν επιζητούσε την επανένωση της διαιρεμένης νήσου σε δικοινοτική και διζωνική βάση, απέρριψε με συντριπτική πλειοψηφία το «Σχέδιο Ανάν» των Ηνωμένων Εθνών (Η.Ε.), το οποίο προέβλεπε ακριβώς αυτό. Ταυτόχρονα, στη βόρεια πλευρά της Πράσινης Γραμμής, η τουρκοκυπριακή κοινότητα, ανατρέποντας εκ βάθρων την παραδοσιακή της προτίμηση για απόσχιση, υποστήριξε την επανένωση. Η αποτυχία του δημοψηφίσματος δεν σταμάτησε την ένταξη της διαιρεμένης ακόμη Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) μία εβδομάδα αργότερα. Παρά τη σαφή συνεχιζόμενη υποστήριξη για το Σχέδιο Ανάν, ή κάποια παραλλαγή του, μεταξύ όλων των άλλων μελών της Ε.Ε. και της ευρύτερης διεθνούς κοινότητας, η παρούσα κατάσταση συνεχίζει να βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Δεδομένου ότι δεν διαφαίνεται προς το παρών οποιαδήποτε διευθέτηση κατόπιν διαπραγματεύσεων, ο μόνος δρόμος προς τα εμπρός φαίνεται να είναι μια σειρά μονομερών προσπαθειών από τους συναφείς εγχώριους και διεθνείς παράγοντες, με στόχο τη διατήρηση της κεκτημένης ταχύτητας στο βορρά υπέρ της λύσης, την παρακίνηση πολιτικής αλλαγής στο νότο και την προώθηση της διακοινοτικής συμφιλίωσης. Οι εξωτερικοί παράγοντες πρέπει, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, να επιδιώξουν να ασκήσουν πιέσεις στις πολιτικές ελίτ αμφοτέρων των κοινοτήτων για την άμεση επανέναρξη διαπραγματεύσεων και να κάνουν στο μεταξύ ό,τι είναι δυνατόν για να ελαττώσουν την απομόνωση του βορρά.

Η καλύτερη λύση, καταφανώς προς το συμφέρον αμφοτέρων των πλευρών και των περιφερειακών τους γειτόνων, θα ήταν οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι να καταβάλουν περαιτέρω προσπάθειες για να επανενώσουν την Κύπρο μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο Σχέδιο Ανάν. Με τις λεπτομερείς και συνολικές του διατάξεις, τις στέρεα σφυρηλατημένες συμβιβαστικές του διευθετήσεις και το απόσταγμα διαπραγματεύσεων τριών δεκαετιών, κάποια νέα παραλλαγή του Σχεδίου, οικοδομημένη γύρω από την αντίληψη μιας διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Ραούφ Ντενκτάς στη δεκαετία του 1970, είναι η μόνη πρόταση που φαίνεται να διαθέτει την ικανότητα να γίνει εν τέλει κοινά αποδεκτή.

Το ουσιαστικότερο εμπόδιο για μια τέτοια συμφωνία είναι αυτή τη στιγμή η πολιτική και η στάση της ελληνοκυπριακής ηγεσίας και ιδίως του Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι, αν επιμείνει στην άρνησή της να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τα Ηνωμένα Έθνη και με τους λοιπούς διεθνείς εταίρους της Κύπρου, το νησί θα διολισθήσει εξ ορισμού προς τη μόνιμη διχοτόμηση και την ανεξαρτησία του βορρά, είτε με επίσημη αναγνώριση, είτε όχι. Η ιδέα ότι οι Τουρκοκύπριοι θα αποδεχθούν αντ’ αυτού καθεστώς μειονότητας σε ένα συγκεντρωτικό ελληνοκυπριακό κράτος αποτελεί όνειρο θερινής νυχτός.

Μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης δεν μπορούν, στο παρόν περιβάλλον, να επιτευχθούν μέσω διαπραγματεύσεων. Μπορούν όμως παρ’ όλα αυτά να αναληφθούν μονομερώς. Οι πολιτικές ηγεσίες είναι πάντοτε απρόθυμες να προβούν σε παραχωρήσεις που δεν είναι άμεσα αμοιβαίες, μερικές φορές, όμως, αυτές μπορεί να εξυπηρετούν σε πολύ μεγάλο βαθμό το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον. Το επιχείρημα αυτής της έκθεσης είναι πως η καλύτερη ελπίδα για να αλλάξει η δυναμική του Κυπριακού ζητήματος, καθώς και για να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον, στο οποίο να μπορεί εκ νέου να διανοηθεί κανείς μία λύση με τη διαμεσολάβηση των Η.Ε. και να προαχθούν τα βέλτιστα συμφέροντα όλων των πλευρών, έγκειται στο να προβούν οι καίριοι διεθνείς και εγχώριοι παράγοντες στα εξής μέτρα και προσεγγίσεις:

  • Η Ε.Ε., τα Η.Ε. και οι Η.Π.Α. έχουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, όπου θα είναι ενδεχομένως δυνατή η πρόοδος. Το 2004, ο Γενικός Γραμματέας των Η.Ε., το Συμβούλιο Υπουργών της Ε.Ε. και ο Υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α. ζήτησαν όλοι τον τερματισμό της απομόνωσης του βορρά. Πρέπει πλέον τα λόγια τους να τα ακολουθήσουν πράξεις. Η Ε.Ε., παρ’ όλη τη δυσκολία να αναλάβει δράση εν όψει κυπριακών βέτο, έχει ιδιαίτερη υποχρέωση να συντηρήσει με κάθε διαθέσιμο μέσο την οικονομική ανάπτυξη και την ευρωπαϊκή ένταξη της βόρειας Κύπρου, όπως δεσμεύτηκε ότι θα κάνει τον Απρίλιο του 2004. Η Επιτροπή, το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και τα άλλα κράτη-μέλη πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή τον νέο μηχανισμό χρηματοδότησης για τη βόρεια Κύπρο και να συνεχίσουν να πιέζουν για τη σύσταση παραρτήματος της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στο βορρά που να επιβλέψει την παράδοση της βοήθειας και την συμπερίληψη της βόρειας Κύπρου στην τελωνειακή ένωση της Ε.Ε. με την Τουρκία. Οι Η.Π.Α. πρέπει παρομοίως να αναβαθμίσουν το υπάρχον γραφείο τους στο βορρά. Η άρση της απομόνωσης του του βόρειου τμήματος του νησιού είναι καίρια για την προαγωγή μιας μακροπρόθεσμης και βιώσιμης λύσης με βάση την ισότητα.
     
  • Οι Ελληνοκύπριοι χρειάζεται να επανεστιάσουν όσον αφορά κεντρικά ζητήματα του Κυπριακού προβλήματος.Να αναγνωρίσουν ότι ένα συγκεντρωτικό κράτος αποτελεί συνταγή για ατέρμονα νέα εσωτερική και περιφερειακή αστάθεια, να αποδεχτούν ότι οι ρίζες του Κυπριακού φωλιάζουν τόσο στο 1963 όσο και στο 1974, να αναγνωρίσουν ότι δεν είναι οι μόνοι που ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους και θρηνούν τους αγνοουμένους τους και να εξετάσουν εκ νέου τα πλεονεκτήματα της εφαρμογής στην πράξη των αρχών της διζωνικότητας και της δικοινοτικότητας, για τις οποίες συμφώνησαν πριν τρεις δεκαετίες. Δεδομένης της ασυμβίβαστης θέσης που λαμβάνει η παρούσα κυβέρνηση, ο κρίσιμος ρόλος εδώ για τη δημιουργία διαλόγου πρέπει να διαδραματισθεί από την ελληνοκυπριακή αντιπολίτευση, τους μετριοπαθείς όλων των πλευρών και την ηγεσία της κοινωνίας των πολιτών.
     
  • Η Ελλάδα, παρομοίως, πρέπει να επανεξετάσει την ιστορική της προσέγγιση. Η στάση διαδοχικών κυβερνήσεων ότι « η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται » είναι αναχρονιστική και αλυσιτελής: η Ελλάδα πρέπει να ξεπεράσει την πολιτική της σιωπής, να ξεκαθαρίσει για μια ακόμη φορά στη διεθνή κοινότητα τη στάση της απέναντι στο Σχέδιο Ανάν ως βάση για την επανέναρξη διαπραγματεύσεων και την εξεύρεση λύσης και να είναι προετοιμασμένη να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο εντός της Ε.Ε. για την επανεστίαση των προσπαθειών στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Ένωσης προς τους Τουρκοκύπριους πολίτες της.
     
  • Οι Τουρκοκύπριοι πρέπει μέσω της κυβέρνησής τους να τακτοποιήσουν τις εκκρεμείς υποθέσεις περιουσιών, να εναρμονίσουν νόμους και πρακτικές σύμφωνα με το κοινοτικό κεκτημένο της Ε.Ε., να επεκτείνουν ντε φάκτο στο βορρά την Τελωνειακή Ένωση Ε.Ε.-Τουρκίας και να ενθαρρύνουν την Τουρκία να ελαττώσει την στρατιωτική της παρουσία καθώς και τον αριθμό των Τούρκων εποίκων που έχουν μεταναστεύσει κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες από την ενδοχώρα στο βόρειο τμήμα του νησιού. Η τουρκοκυπριακή πλευρά πρέπει να δείξει περισσότερη κατανόηση για τις ελληνοκυπριακές απαιτήσεις όσον αφορά τα ζητήματα των αγνοουμένων και της αποκατάστασης κατεστραμμένων πολιτιστικών μνημείων, προκειμένου να επιδείξει ότι είναι αποφασισμένη να επιλύσει τις διενέξεις του παρελθόντος και ότι είναι πρόθυμη να ελαφρύνει τις δαπάνες της επανένωσης και τον πόνο όσων υπέφεραν από τα γεγονότα του 1974.
     
  • Η Τουρκία πρέπει να αναλάβει μονομερώς σειρά μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης για να επιβεβαιώσει τη δέσμευσή της για διευθέτηση. Πρέπει να συνεχίσει την εκπλήρωση των υπαρχουσών δεσμεύσεών της προς την Ε.Ε., περιλαμβανομένης της πλήρους εφαρμογής της Τελωνειακής Ένωσης με όλα τα 25 κράτη-μέλη. Η μερική απομάκρυνση μέρους των 35.000 στρατιωτών που σταθμεύουν στο βόρειο τμήμα του νησιού θα αποτελούσε σημαντικό βήμα για να μειωθούν οι φόβοι των Ελληνοκυπρίων, χωρίς να απειλειθούν τα Τουρκικά συμφέροντα ασφαλείας. Πρέπει επίσης να δεσμευτεί στη σύνταξη ενός σχεδίου για τον επαναπατρισμό ενός αριθμού εποίκων από τη στιγμή που θα έχει διενεργηθεί η απογραφή πληθυσμού.

 

Βρυξέλλες/Λευκωσία, 8 Μαρτίου 2006

Executive Summary

The last round of Cyprus’s drawn-out peace process ended in April 2004 when the Greek Cypriot community, which had long advocated reunification of the divided island on a bicommunal and bizonal basis, overwhelmingly rejected the UN-sponsored “Annan Plan”, which provided for just that. At the same time on the northern side of the Green Line, the Turkish Cypriot community, in a major reversal of its traditional preference for secession, backed reunification. The failure of the referendum did not stop a still-divided Cyprus being admitted to membership of the EU a week later. Notwithstanding clear continuing support for the Annan Plan, or some variation of it, among all other members of the EU and the wider international community, the present situation remains stalemated.

Given that no negotiated settlement is presently in sight, the only way forward appears to be a series of unilateral efforts by the relevant domestic and international actors, aimed at sustaining the pro-solution momentum in the north, inducing political change in the south, and advancing inter-communal reconciliation. External players should, to the extent of their capacity, seek to exert pressure upon the political elites of both communities for immediate recommencement of negotiations and do everything possible meanwhile to reduce the isolation of the north.

The best-case outcome, manifestly in the interests of both sides and their regional neighbours, would be for Greek and Turkish Cypriots to make further efforts to reunify Cyprus within the broad framework laid down in the Annan Plan. With its detailed and comprehensive provisions, its tightly forged compromise arrangements and its distillation of three decades of negotiations, some new variation of that Plan, built around the concept of a bizonal and bicommunal federation as originally agreed by Archbishop Makarios and Rauf Denktash in the 1970s, is the only proposal that seems ultimately capable of common acceptance.

The most substantial blockage of such an agreement is now the policy and attitude of the Greek Cypriot leadership and in particular of President Tassos Papadopoulos. They should realise that if they persist in their refusal to engage with the United Nations and with Cyprus’s other international partners, the island will slip by default toward permanent partition and the independence of the north, whether formally recognised or not. The idea that Turkish Cypriots will instead accept minority status in a centralised Greek Cypriot state is a pipe dream.

Confidence building measures cannot, in the present environment, realistically be negotiated. But they can still be undertaken unilaterally. Political leaders are always reluctant to make concessions not immediately reciprocated, but these can sometimes be very much in the longer term national interest. The argument of this report is that the best hope of changing the dynamics of the Cyprus conflict, and creating an environment in which a UN-brokered solution can once again be contemplated and the best interests of all parties advanced, is for the following measures, and approaches, to be taken by the key players:

  • The EU, UN and U.S. have important roles in creating an atmosphere where progress may be possible. In 2004, the UN Secretary-General, the EU Council of Ministers and the U.S. Secretary of State all called for ending the north’s isolation; their words should now be followed by deeds. The EU, for all the difficulty of acting in the face of Cypriot vetoes, has a particular obligation to sustain by every available means the economic development and European integration of northern Cyprus as it pledged to do in April 2004. The Commission, Council, Parliament and other member states should implement the new funding instrument for northern Cyprus, and press for the establishment of a branch of the Commission’s delegation in the north to oversee its delivery and the inclusion of northern Cyprus in the EU’s customs union with Turkey. The U.S. similarly should upgrade its existing office in the north. Lifting the isolation of the north is key to promoting a long-term and sustainable solution based on equality.
     
  • Greek Cypriots need to refocus on the core issues, recognise that a centralised state is a recipe for endless further domestic and regional instability, accept that the roots of the Cyprus conflict lie as much in 1963 as 1974, acknowledge that it is not only they who have been uprooted from their homes and mourn their missing, and look again at the advantages of giving practical effect to the bizonality and bicommunality principles they agreed to three decades ago. Given the uncompromising position taken by the present government, the critical role here in generating debate must be played by the Greek Cypriot opposition, moderates on all political sides and civil society leaders.
     
  • Greece, similarly, must review its historic approach. The attitude of successive governments that “Cyprus decides, Greece follows” is anachronistic and unhelpful: Greece needs to move on from its politics of silence, once more clarify to the international community its stance towards the Annan Plan as the basis for recommencing negotiations and finding a solution, and be prepared to take a lead within the EU to refocus efforts on discharging the Union’s obligations to its Turkish Cypriot citizens.
     
  • Turkish Cypriots should through their government address the outstanding property cases, harmonise laws and practices in line with the EU’s acquis communautaire, extend de facto the EU-Turkey Customs Union to the north and encourage Turkey to reduce its military presence as well as the number of Turkish settlers from the mainland who have migrated to the northern part of the island in the past three decades. The Turkish Cypriot side should show more understanding of Greek Cypriot demands with regard to the issues of missing persons and the restoration of damaged cultural monuments, in order to demonstrate that it is intent on resolving past disputes and willing to ease the costs of reunification and the pain of those who have suffered from the events of 1974.
     
  • Turkey should unilaterally undertake a number of confidence building measures to confirm its commitment to a settlement. It should proceed with its existing EU commitments, including full implementation of the Customs Union with all 25 member states. The partial withdrawal of some of the 35,000 troops stationed in the northern part of the island would be an important step in easing the fears of the Greek Cypriots, without threatening Turkey’s security interests. And it should commit to the drafting of a plan for repatriation of a number of settlers once a census has been held.

 

Brussels/Nicosia, 8 March 2006

Subscribe to Crisis Group’s Email Updates

Receive the best source of conflict analysis right in your inbox.