icon caret Arrow Down Arrow Left Arrow Right Arrow Up Line Camera icon set icon set Ellipsis icon set Facebook Favorite Globe Hamburger List Mail Map Marker Map Microphone Minus PDF Play Print RSS Search Share Trash Crisiswatch Alerts and Trends Box - 1080/761 Copy Twitter Video Camera  copyview Youtube
Τουρκία και Ελλάδα: Καιρός να Επιλυθεί η Διένεξη στ
Τουρκία και Ελλάδα: Καιρός να Επιλυθεί η Διένεξη στ
Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?
Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?

Τουρκία και Ελλάδα: Καιρός να Επιλυθεί η Διένεξη στ

  • Share
  • Save
  • Print
  • Download PDF Full Report

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έχουν πλέον εξομαλυνθεί σε σχέση με τις εποχές όπου οι δύο σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ έφτασαν σε τρεις περιπτώσεις πολύ κοντά σε μια μεταξύ τους σύρραξη εξαιτίας των εντάσεων πάνω από το Αιγαίο. Το εμπόριο, οι επενδύσεις, η αμοιβαία συνεργασία και ο τουρισμός έχουν θέσει στο περιθώριο επί μέρους ζητήματα όπως το Κυπριακό, το οποίο πρώτο τροφοδότησε τη διένεξη στο Αιγαίο στις αρχές του 1970. Οι συχνές διμερείς συνομιλίες και η ανεπίσημη παύση από πλευράς Τουρκίας των στρατιωτικών υπερπτήσεων πάνω από τα ελληνικά νησιά κατά το 2011 καταδεικνύουν ότι η περίοδος αυτή μπορεί να είναι κατάλληλη για την εξεύρεση μιας λύσης. Η νέα ισχυρή κυβέρνηση της Τουρκίας, η οποία εξελέγει τον Ιούνιο, ενδιαφέρεται να επιδιώξει την περαιτέρω αναγνώρισή της ως υπεύθυνη περιφερειακή δύναμη, επιλύοντας τα προβλήματά της με τις γείτονες χώρες και υπερπηδώντας τα εμπόδια για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Με την Αθήνα να χρειάζεται, εν μέσω οικονομικής κρίσης, οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια και τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια, αυτή η μη αναγκαία και δυνητικά επικίνδυνη διένεξη θα πρέπει να επιλυθεί. Μια καλή στρατηγική προϋποθέτει μια σειρά από συγχρονισμένα βήματα που θα προετοιμάσουν αντίστοιχα την κοινή γνώμη σε αμφότερες τις πλευρές και θα οδηγήσουν σε μια αμοιβαία συμφωνία, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει, σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο, και μια ενδεχόμενη προσφυγή σε διεθνή δικαστήρια.

Παρά τη σχετική ηρεμία των τελευταίων χρόνων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μην συγκαταλέγεται το Αιγαίο στα φλέγοντα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει η διεθνής κοινότητα, ο κίνδυνος της αναζωπύρωσης εξακολουθεί να υφίσταται. Οι Έλληνες ανησυχούν για την ασφάλεια των εκατοντάδων νησιών που είναι πολύ εγγύτερα στην Τουρκία παρά στην ηπειρωτική χώρα. Οι Τούρκοι φοβούνται το ενδεχόμενο να αποκοπούν από το μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου και των ανοιχτών θαλασσών σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει μονομερώς τα χωρικά της ύδατα και καθιερώσει νέες θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της. Οι διαπραγματεύσεις για την επανένωση της Κύπρου και η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας οδηγούνται σε αδιέξοδο. Αν, παρ’όλα αυτά, η Άγκυρα και η Αθήνα  οδηγηθούν σε επίλυση της διένεξης στο Αιγαίο, το βήμα αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει να πειστούν οι Ελληνοκύπριοι για τις καλές προθέσεις της Τουρκίας και θα αποτελούσε μέρος των διαπραγματευτικών διαπιστευτηρίων της Τουρκίας προς την ΕΕ.

Μεγάλο μέρος της διαφωνίας για το Αιγαίο αναπτύχθηκε μετά το σχεδιασμό από την Αθήνα του πραξικοπήματος του 1974 στη Λευκωσία με σκοπό την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, και την επακόλουθη εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού από την Τουρκία. Η διένεξη έχει πλέον πάψει να αφορά αποκλειστικά τις θαλάσσιες ζώνες (τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα) και περιλαμβάνει πλέον ζητήματα που σχετίζονται με τον εναέριο χώρο, τις υπερπτήσεις, τη στρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου και τις περιοχές πληροφοριών πτήσεων. Η γεωγραφία του Αιγαίου Πελάγους είναι περίπλοκη, και περιλαμβάνει πλέον των 2.400 νησιών, κυρίως ελληνικών, αλλά και σημαντικές θαλάσσιες οδούς, οι οποίες αποτελούν την οικονομική δύναμη και την πηγή ασφαλείας της Τουρκίας.

Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι το διεθνές δίκαιο, όπως περιγράφεται με λεπτομέρειες στην ευρέως επικυρωμένη σύμβαση του 1982 των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), της παρέχει το αναφαίρετο δικαίωμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων της κατά δώδεκα ναυτικά μίλια από τα σημερινά έξι. Περιγράφει την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ως το κυριότερο πρόβλημα και πιστεύει πως αυτό πρέπει να επιλυθεί από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ) και όχι μέσα από διμερείς διαπραγματεύσεις. Για χρόνια η Τουρκία παρέμενε απρόθυμη να καταφύγουν στο ΔΔΧ για την εκδίκαση των ζητημάτων σε ό,τι αφορά το Αιγαίο και επέμενε στη λύση των διμερών συνομιλιών, αν και από το 1997 και έπειτα δεν αποκλείει την προσφυγή σε δικαστικά μέσα, εφόσον πρόκειται για από κοινού αποδεκτά όργανα. Η Τουρκία φοβάται ότι μια επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων θα μπορούσε να αποκόψει την πρόσβασή της σε σημαντικές θαλάσσιες οδούς και στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Το κοινοβούλιό της απείλησε με κήρυξη πολέμου σε περίπτωση που η Ελλάδα μονομερώς επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα∙ η Άγκυρα προβαίνει σε συμβολικές επιδείξεις της δύναμής της, οι οποίες μέχρι πρόσφατα περιλάμβαναν στρατιωτικές πτήσεις πάνω από ακατοίκητα ελληνικά νησιά. Όλοι, συμπεριλαμβανομένων και των κρατών στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας που διασχίζουν το Αιγαίο με κατεύθυνση τη Μεσόγειο και παραπέρα, επιθυμούν να εξασφαλίσουν ασφαλή και ανοιχτή πρόσβαση και πέρασμα.

Σήμερα, αμφότερα τα μέρη υιοθετούν μια πιο εποικοδομητική προσέγγιση στο θέμα. Το επιτελείο των υπουργείων Εξωτερικών τους έχει συναντηθεί περισσότερες από 50 φορές για ‘διερευνητικές συνομιλίες’ από το 2002, με σκοπό να καταφύγουν για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και πιθανόν και για άλλα άλυτα ζητήματα στο ΔΔΧ. Κεκλεισμένων των θυρών, αμφότερα τα μέρη συμφωνούν ότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει αρκετά, ώστε να επιλυθεί η διένεξη, η οποία σχετίζεται περισσότερο με την εσωτερική πολιτική των δύο χωρών αντίστοιχα, καθώς επίσης και με τον ψυχολογικό παράγοντα, παρά με μια πραγματική ανησυχία σχετικά με την ασφάλεια. Ωστόσο, η απουσία πολιτικής βούλησης για παραμερισμό των μαξιμαλιστικών θέσεων και αντιμετώπιση της κοινής γνώμης με συμβιβασμούς έχει διατηρήσει τις διαπραγματεύσεις σε αρχικό στάδιο.

Η λογική αυτή είναι κοντόφθαλμη. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία θα επωφελούνταν συμβάλλοντας στην επίλυση της μακροχρόνιας και δαπανηρής διένεξης, με τα οικονομικά πλεονεκτήματα του τερματισμού αυτής της κατ’επίφαση στρατιωτικής φιλονικίας να είναι ιδιαίτερα εμφανή για την Ελλάδα. Η Τουρκία, επίσης, θα επωφελούνταν οικονομικά, αλλά εξίσου σημαντικό, ένας τέτοιος διακανονισμός θα μπορούσε να ενδυναμώσει και πάλι τις σχέσεις της με την ΕΕ και να αυξήσει την αξιοπιστία της πολιτικής «των μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες. Η διαδικασία για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα μπορούσε να περιλαμβάνει τα ακόλουθα από κοινού βήματα:

  • Πρώτο στάδιο: η Τουρκία επίσημα θέτει τέλος στις υπερπτήσεις πάνω από ακατοίκητα ελληνικά νησιά. Η Ελλάδα δεσμεύεται να προχωρήσει σε αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου με το που επιτευχθεί και επικυρωθεί μια περιεκτική συμφωνία με την Τουρκία που θα αφορά το Αιγαίο, σύμφωνα με δεσμεύσεις στις οποίες είχε προβεί σε μια σειρά προηγούμενων συνθηκών. Η Τουρκία δεσμεύεται να προχωρήσει σε ταυτόχρονη διάλυση της Τέταρτης Στρατιάς της ή σε μετεγκατάστασή της μακριά από το Αιγαίο.
     
  • Δεύτερο στάδιο: αμφότερα τα μέρη να ανακοινώσουν ότι είναι έτοιμα να διαπραγματευτούν ειδικές συμφωνίες για το Αιγαίο, οι οποίες θα  ευθυγραμμίζονται με τις γενικές αρχές της ευθιδικίας και των ειδικών συνθηκών της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Ελλάδα να αναγνωρίσει δημόσια ότι η Τουρκία, ως παράκτιο κράτος, έχει δικαιώματα που πρέπει να συνυπολογιστούν σε περίπτωση οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών του Αιγαίου, λαμβάνοντας υπόψη ότι τέτοιου είδους ζητήματα έχουν διευθετηθεί ή επιδικαστεί από άλλα κράτη που διαθέτουν ακτογραμμές και μοιράζονται την ίδια θαλάσσια περιοχή. Η Τουρκία να δεσμευτεί δημοσίως ότι θα επικυρώσει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και θα αναγνωρίσει καταρχήν το διεθνές δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα κατά δώδεκα ναυτικά μίλια. Οι δύο πλευρές από κοινού να διακηρύξουν ότι οι διαπραγματεύσεις θα περιλαμβάνουν τη διατήρηση των διαδρόμων ανοιχτής θάλασσας προς όλα τα μείζονα τουρκικά λιμάνια, καθώς επίσης και τα τουρκικά στενά στη Μαύρη Θάλασσα, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
     
  • Τρίτο στάδιο: η Ελλάδα και η Τουρκία να διαπραγματευτούν την οριοθέτηση των χωρικών υδάτων τους με βάση την αρχή των δώδεκα ναυτικών μιλίων ως όριο. Να συμφωνήσουν επί των ενδιάμεσων θαλάσσιων ορίων, όπου αυτά τα όρια συμπίπτουν και στη μείωση των ελληνικών χωρικών υδάτων, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, για να διασφαλιστούν οι διάδρομοι ανοιχτής θάλασσας για τις διεθνείς μεταφορές μέσω του Αιγαίου. Να συμφωνήσουν εκ των προτέρων ότι θα εξουσιοδοτήσουν το ΔΔΧ να επιδικάσει, σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρθηκαν στα στάδια δύο και τρία, οποιαδήποτε διένεξη σχετικά με τη χάραξη των ορίων των χωρικών υδάτων.
     
  • Τέταρτο στάδιο: η Τουρκία και η Ελλάδα να θίξουν τα οποιαδήποτε εναπομείναντα ζητήματα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας, και επομένως, να απευθυνθούν για οποιεσδήποτε εναπομένουσες διαφορές στο ΔΔΧ..

 

Λευκωσία/Κωνσταντινούπολη/Βρυξέλλες, 19 Ιουλίου 2011

Are There Alternatives to a Military Victory in Idlib?

Originally published in Valdai

Last weekend, the presidents of Turkey, Iran and Russia met in Ankara to discuss, among other things, the latest developments in Syria amid Turkish concerns over the consequences of a Syrian government offensive in the last rebel enclave, Idlib. 

The Russian-backed offensive against that last opposition enclave is aimed at keeping the rebels at arm’s length from the Russian air base in Latakia, re-opening the Damascus-Aleppo highway and eventually retaking the city of Idlib, the provincial capital that has been held by the rebels since 2015. As such and for the past six months, much of Idlib and its environs have been under intense attack from the Syrian Arab Army on the ground and Russian warplanes in the air. The government forces have been able to seize strategic villages, including the medieval fortress town of Qalaat al-Madiq, a major crossing point into Idlib, and the towns of Kafr Nabudah and Khan Shaykhoun. The long-dreaded offensive has left 1,089 civilians dead and 600,000 displaced.

In September 2017, the three Astana guarantors, (Turkey, Iran, and Russia), negotiated a partial ceasefire in Idlib under a “de-escalation” agreement, monitored on the opposition side through twelve Turkish military outposts deployed along a blurry deconfliction line between the rebels and government forces. A year later, a deal between Turkey and Russia, announced in the Black Sea resort of Sochi, headed off a seemingly imminent Syrian army offensive and reinforced the earlier deal. The Turkish-Russian agreement tacitly committed Turkey to oversee the withdrawal of jihadis along with all heavy weapons, tanks, rockets systems and mortars held by all rebel groups from a 15-20 km “demilitarised zone” bordering government-controlled areas, and allowed the re-opening of the Latakia-Aleppo and Damascus-Aleppo highways, which pass through Idlib.

The fate of Idlib Governorate and its three million inhabitants could be determined by the leaders of the Astana trio.

Ankara and Moscow, however, remain at odds over the interpretations of the Sochi deal and its implementation. Moscow has made clear that a de-escalation arrangement is by no means a permanent alternative to the eventual return of the state to north west Syria. On the other hand, Turkey views the deal primarily as a tool to prevent a Syrian offensive on Idlib, and preserve a “de-escalation zone” out of Syrian government control until a broader political settlement can be reached for the eight-year old Syria crisis. As such, Turkey has agreed that moderate rebel groups would be separated from radicals and the latter would lay down arms and move out of a defined demilitarised zone. However, Moscow and Ankara remain at loggerheads over which rebel groups in Idlib should be designated as terrorists. When the agreement was announced, Hai’at Tahrir al Sham (HTS), a group formerly linked to al Qaeda, controlled around 50% of Idlib Governorate; today they control almost all of it. Ankara believes that much of HTS is fundamentally pragmatic and a potential ally for eliminating radical transnational jihadists, while Russia treats HTS uniformly as a terrorist group, and describes the Sochi ceasefire as conditional upon HTS’s removal from the demilitarised zone and “separation” from the armed opposition. In terms of implementation, Turkey claims that they have successfully rolled back jihadis and cleared the demilitarized zone of all heavy weaponry. On the other hand, the Russian Ministry of Defence has stated that HTS attempted to attack Russia’s Hmeimim Airbase twelve times in April 2019 using unmanned aerial vehicles.

The fate of Idlib Governorate and its three million inhabitants could be determined by the leaders of the Astana trio. It is no secret that if Russia greenlights an all-out offensive, an opposition-led infantry ground force will not be able to stop it. Nonetheless, a military solution in Idlib would still be exceptionally costly for all parties, Russia included. Retaking Idlib militarily would strain Moscow’s relations with Turkey and would require force levels that could only inevitably lead to a bloodbath in the densely-populated province. More significantly, capturing Idlib militarily would risk scattering jihadi militants now inside Idlib across Syria, and globally, including into post-Soviet states. If Russia hopes to avoid that, it needs to consider an alternative to a catastrophic military victory.

Today, a return to the existing Sochi understanding will do little good, in part because – to acknowledge an uncomfortable reality – any agreement that is to prove sustainable needs to address the divergent views between Russia and Turkey over some of the key actors in Idlib, including HTS. Russia can help the Syrian government crush Idlib, if it so chooses, and if it is willing to absorb the grave cost of victory, including thousands of jihadis scattered across Syria and beyond. If it hopes to spare itself that cost, however, it needs to consider alternatives to a military victory, which would have grave security consequences.